Η επίμονη προβολή από την κυβερνητική πλευρά της θέσης, ότι η απάντηση στην ομοβροντία καταγγελιών της αντιπολίτευσης για τα σοβαρά προβλήματα με την κατάσταση του κράτους δικαίου στη χώρα, θα είναι μια «φυγή προς τα εμπρός» με έμφαση σε ένα σύνολο θεσμικών τομών, δεν φαντάζει μόνο αποφυγή της ανάληψης ευθύνης για μια εντυπωσιακή ακολουθία σκανδάλων και παραβιάσεων της νομιμότητας, αλλά συγκεφαλαιώνει και το ίδιο το πρόβλημα με το πώς αντιμετωπίζει αυτή η κυβέρνηση την ίδια τη θεσμικότητα και το πώς τη μετατοπίζει συστηματικά σε μια κατεύθυνση που απέχει από θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου.
Η υπόθεση των υποκλοπών είναι από αυτή την άποψη πολύ χαρακτηριστική. Το πρωτοφανές σκάνδαλο της παρακολούθησης, από τη μεριά ενός κυβερνητικού κέντρου, υπουργών, ανώτατων αξιωματικών, δικαστικών, δημοσιογράφων και πολιτικών, αρχικά μέσω των «νόμιμων επισυνδέσεων» που μπορεί να κάνει η ΕΥΠ και στη συνέχεια μέσω παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού, ένα σκάνδαλο για το οποίο έχουν έρθει στο φως πλήθος πραγματικών στοιχείων για όλες τις πτυχές του – συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πώς επιχειρήθηκε να καλυφθεί το κόστος για την απόκτηση του λογισμικού – πάτησε πάνω σε ένα θεσμικό πλαίσιο που επέτρεπε «νομότυπα» τέτοιες πρακτικές – για τις οποίες ουδεμία εξήγηση δόθηκε, στην υπαγωγή της ΕΥΠ απευθείας στον Πρωθυπουργό, και τη δυνατότητα, έτσι, να εργαλειοποιηθούν μηχανισμοί παρακολούθησης και επιτήρησης, αλλά και στην απροθυμία να υπάρξει ένα θεσμικό πλαίσιο που θα επέτρεπε τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την απόδοση ευθυνών για τέτοιες πρακτικές. Και που βέβαια θα εγγυάτο ότι δεν θα επαναλαμβάνονταν.
Αντίστοιχα, στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ το νέο καθεστώς παρουσιάζεται ως οριστική επίλυση του προβλήματος της «διαχρονικής παθογένειας», χωρίς όμως καμιά εγγύηση ότι δεν θα επιδιωχθεί, έστω και σε κάποιο άλλο πεδίο, κάποια άλλης μορφής εκμετάλλευση δυνατοτήτων για διασπάθιση κοινοτικών πόρων, ιδίως από τη στιγμή που μια βασική θεσμική τομή, που επέτρεψε και την αποκάλυψη του σκανδάλου, δηλαδή ο ίδιος ο θεσμός του Ευρωπαίου Εισαγγελέα, αντιμετωπίζεται, ακόμη και από υπουργούς της κυβέρνησης, ως περιττή παρέμβαση επιρρεπής σε πολιτική χειραγώγηση, για να μην αναφερθούμε στο πώς αντιμετωπίζονται δημόσιοι λειτουργοί που συνέβαλαν αποφασιστικά στην αποκάλυψη του συγκεκριμένου σκανδάλου.
Ακόμη και το ήσσονος σημασίας ίσως ως προς τη βλάβη, όχι όμως και ως προς τον συμβολισμό, περιστατικό της αποκάλυψης ότι σημερινός βουλευτής και υφυπουργός απασχολήθηκε στο παρελθόν σε θέση ειδικού επιστήμονα χωρίς να διαθέτει πανεπιστημιακό πτυχίο, αλλά τίτλο «κολεγίου», αντιμετωπίζεται ως κάτι το περίπου κανονικό, από μια κυβέρνηση που, ας μην το ξεχνάμε, «πιστώνεται» και την επιλογή ακριβώς να αναγνωριστούν ως «πανεπιστήμια» ιδρύματα που, όχι μόνο εμπορευματοποιούν την ανώτατη εκπαίδευση, αλλά και απέχουν πολύ από το να έχουν τα ακαδημαϊκά και ερευνητικά εχέγγυα των ελληνικών δημόσιων πανεπιστημίων, ενώ η συνταγματική επικύρωση της ιδιωτικοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης έχει εξέχουσα θέση μεταξύ των κυβερνητικών προτάσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος.





