Η κυβέρνηση δεν θέλει να δημιουργούνται «παρανοήσεις, παρεξηγήσεις ή παρερμηνείες». Γι’ αυτό, αμέσως μετά το πρωθυπουργικό διάγγελμα, η επίσημη φωνή της θέλησε να καθησυχάσει την κοινή γνώμη, ενημερώνοντάς την πως το ασυμβίβαστο βουλευτή – υπουργού είναι «μια πρόταση η οποία θα ξεκινήσει να συζητείται προεκλογικά, αλλά η όποια αλλαγή θα είναι μετά τις εκλογές». Επίσης, το ίδιο γρήγορα, διευκρίνισε ότι η σχετική εισήγηση θα γίνει στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης.
Το Μέγαρο Μαξίμου, επομένως, επιθυμεί να προσθέσει στο Σύνταγμα την ιδέα που είχε για να απεγκλωβιστεί από ένα δύσκολο μέτωπο, αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ. Εντάξει, γνωρίζει πως για να το πετύχει θα πρέπει να συγκεντρώσει αυξημένη πλειοψηφία, 180 βουλευτών, είτε στην προτείνουσα είτε στην αναθεωρητική Βουλή (πρότζεκτ μάλλον ανέφικτο δεδομένων των σχέσεών του με την αντιπολίτευση). Και ξέρει – παρότι δεν θα το ομολογήσει ποτέ δημόσια – πως ούτε η απόλυτη πλειοψηφία είναι σίγουρη, αφού οι γαλάζιοι εθνοπατέρες δεν νιώθουν ότι με τέτοια σχέδια ο επικεφαλής της ΝΔ προτάσσει τα στήθη του για να τους υπερασπιστεί. Για να το πούμε με λιγότερα λόγια: η διακηρυσσόμενη αγωνία της κυβερνητικής έδρας για την ενίσχυση του ρόλου του βουλευτή είναι μια τακτική damage-control.
Ζημιά
Μια τακτική που μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά από αυτές που υποτίθεται ότι θα φτιάξει, όμως. Οχι μόνο γιατί η κατάθεση του ασυμβίβαστου στα πρακτικά του δημόσιου διαλόγου τη δεδομένη χρονική στιγμή, και με βάση τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, είναι πυροτέχνημα.
Αλλά και επειδή υπονοεί – αν δεν το κραυγάζει – πως οι κυβερνώντες είναι έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν τους θεσμούς για να ξεφύγουν από τις επιπτώσεις του σκανδάλου των αγροτικών επιδοτήσεων. Αντιπολιτευόμενοι μέμφονται συχνά τους πρώτους πως εργαλειοποιούν τους δεύτερους. Ωστόσο, η συγκεκριμένη απόπειρα δεν έχει καν αμπαλαριστεί προσεκτικά με μεταρρυθμιστικές προθέσεις. Η αλλαγή παρουσιάστηκε ως «θεσμική τομή» που θα αποτελέσει «αφετηρία μάχης με το βαθύ κράτος» χωρίς να εξηγείται πώς ακριβώς μια παρέμβαση στη σύνθεση και το μέγεθος του σώματος της Βουλής, στην ίδια τη φύση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και στη λαϊκή νομιμοποίηση της εκάστοτε κυβέρνησης, θα εξαφανίσει τις πελατειακές σχέσεις.
Το χιλιοδιαφημισμένο θεσμικό πλεονέκτημα, το οποίο επικαλούνται κυβερνητικοί όταν συγκρίνουν εαυτούς με τους προηγούμενους προκειμένου να αποφύγουν την κριτική στα επτά χρόνια διακυβέρνησής τους, είναι ένα ακόμη αφήγημα που κάηκε από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ – από την κυβερνητική διαχείρισή της, για την ακρίβεια. Δεν σέβονται τους θεσμούς, όπως διαλαλούν. Επιχειρούν να τους προσαρμόσουν στις επικοινωνιακές τους ανάγκες.






