Στις παραμονές του 1914, ο Edward Grey περιέγραφε έναν διεθνή ορίζοντα που, παρά τις διάχυτες περιφερειακές εντάσεις, δεν προμήνυε άμεση γενικευμένη σύγκρουση. Η εκ των υστέρων ανάγνωση, υπό το φως του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ανέδειξε μια κρίσιμη παράμετρο της διεθνούς πολιτικής⸱ οι μεγάλες συγκρούσεις δεν απορρέουν από μια μεμονωμένη αιτία, αλλά από τη σωρευτική αλληλεπίδραση επιμέρους κρίσεων, οι οποίες, ελλείψει αποτελεσματικών μηχανισμών διαχείρισης, αποκτούν δυναμική αυτοτροφοδοτούμενης κλιμάκωσης. Η μετάβαση από την περιφερειακή αστάθεια στη συστημική σύρραξη συνιστά διαδικασία και όχι στιγμιαίο γεγονός.
Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη αναλυτική σημασία στη σύγχρονη συγκυρία. Το διεθνές σύστημα εμφανίζει χαρακτηριστικά πολυπολικής ρευστότητας, όπου δρώντες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ρωσία επιδιώκουν είτε τη διατήρηση είτε την αναθεώρηση της θέσης τους στην ιεραρχία ισχύος. Η σύζευξη γεωπολιτικού ανταγωνισμού, οικονομικής αλληλεξάρτησης και τεχνολογικής αντιπαλότητας διαμορφώνει ένα περιβάλλον όπου η σταθερότητα δεν είναι δομικά εξασφαλισμένη, αλλά διαρκώς αμφισβητείται.
Εντός αυτού του πλαισίου, η σύγκρουση στο Ιράν δεν μπορεί να ιδωθεί ως απομονωμένο περιφερειακό επεισόδιο, αλλά ως εκδήλωση ευρύτερων συστημικών τάσεων. Η αμερικανοϊσραηλινή στρατηγική υπερβαίνει την απομείωση επιμέρους στρατιωτικών δυνατοτήτων και στοχεύει στη διάρρηξη της σύνθετης αρχιτεκτονικής ισχύος της Τεχεράνης, η οποία συνδυάζει συμβατικά και ασύμμετρα μέσα, κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς και εκτεταμένα περιφερειακά δίκτυα επιρροής. Υπό αυτή την έννοια, η σύγκρουση μετασχηματίζεται από επιχειρησιακή αντιπαράθεση σε διαδικασία αναδιάταξης της περιφερειακής ισορροπίας.
Ωστόσο, η στρατηγική αυτή ενσωματώνει ένα εγγενές παράδοξο. Η αποδόμηση των εργαλείων ισχύος ενός καθεστώτος δεν ταυτίζεται με την ικανότητα παραγωγής σταθερού πολιτικού αποτελέσματος. Η στοχοποίηση ηγετικών δομών και κρίσιμων υποδομών μπορεί να επιταχύνει τη φθορά της κρατικής συνοχής, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει την πιθανότητα μετάβασης προς μορφές εξουσίας περισσότερο κατακερματισμένες ή εντονότερα στρατιωτικοποιημένες. Η εμπειρία σύγχρονων παρεμβάσεων καταδεικνύει ότι η κατάρρευση αυταρχικών καθεστώτων σπανίως οδηγεί σε άμεση σταθεροποίηση.
Από την πλευρά του Ιράν, η σύγκρουση εκλαμβάνεται ως υπαρξιακή απειλή, γεγονός που ενισχύει την προσφυγή σε στρατηγικές φθοράς και κλιμάκωσης. Η επιδίωξη δεν είναι η συμμετρική στρατιωτική επικράτηση, αλλά η διάχυση του κόστους σε πολλαπλά επίπεδα, ώστε η συνέχιση της σύγκρουσης να καθίσταται δυσανάλογα δαπανηρή για τους αντιπάλους. Εδώ, κατά τον Friedrich Nietzsche, αναδύεται μια βούληση ισχύος που μετατρέπει την ευαλωτότητα σε ενεργό εργαλείο στρατηγικής πίεσης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ιστορική αναλογία με το 1914 αποκτά ιδιαίτερο ερμηνευτικό βάθος. Η συσσώρευση κρίσεων, ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων και η ατελής κατανόηση των προθέσεων του αντιπάλου δημιουργούν προϋποθέσεις ευρύτερης αποσταθεροποίησης. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η κατανομή της ισχύος, αλλά η αδυναμία μετατροπής της σε συνεκτική πολιτική τάξη. Στο μέτρο που αυτή η αδυναμία παραμένει, η σύγκρουση στο Ιράν αναδεικνύεται σε σύμπτωμα ενός διεθνούς συστήματος σε μετάβαση, όπου η ισχύς χωρίς στρατηγική σύνθεση παράγει παρατεταμένη αβεβαιότητα.
Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς






