Μπορεί από την επομένη της μαζικής συμμετοχής στις εκλογές για την ανάδειξη των συνέδρων του ο πρόεδρός του να διατείνεται ότι «το ΠΑΣΟΚ δεν μοιράζεται σε κομμάτια», ποιος, όμως, ακόμα και αν συμφωνεί ότι είναι αντιδημοκρατικές οι ιδιοκτησιακές αντιλήψεις όσων ερίζουν για τον έλεγχο των πλειοψηφιών στο επικείμενο Συνέδριο δεν διακρίνει ήδη τον κίνδυνο να αναλωθούν οι εργασίες του στις συνήθεις συγκρούσεις προσωπικών στρατών και όχι σε αναζητήσεις των συνθέσεων που απαιτούνται για την υπέρβαση των ολοφάνερων στρατηγικών αδιεξόδων στα οποία παραμένει εγκλωβισμένο το πάλαι ποτέ κραταιό κίνημα;
Πολύ περισσότερο που ένας από τους βασικότερους λόγους που έχουν κολλήσει οι βελόνες του, είναι ακριβώς διότι έχει μετεξελιχθεί σε κόμμα μηχανισμών. Σε κάτι, δηλαδή, που απεχθάνεται σφόδρα η πλειοψηφία των πολιτών της μεταμνημονιακής κοινωνίας. Δεν φταίει βέβαια μόνον ο Ανδρουλάκης. Αλλά και όσα στελέχη αφήνουν αναπάντητα τα ερωτήματα που εγείρει το γεγονός ότι δεν καρπώνεται το ΠΑΣΟΚ την προϊούσα στη δεύτερη τετραετία φθορά της κυβέρνησης. Οθεν θα περιττεύει από την επόμενη ημέρα οποιαδήποτε άλλη συζήτηση περί κυβερνητικών ή άλλων συνεργασιών για την παραγωγή εναλλακτικών προτάσεων διακυβέρνησης.
Θα έχει απλώς σημάνει η ώρα της αλήθειας και η μόνη συζήτηση που τότε θα χωρεί θα είναι αυτή που δεν αρέσει σε όσους αρνούνται να παραδεχθούν το διαφαινόμενο τέλος των κομματικών σχηματισμών της Μεταπολίτευσης. Οσο αυτή η συζήτηση απωθείται, τόσο ο μεν «κανένας» θα παραμένει κυρίαρχος του πολιτικού συστήματος, ο δε αντισυστημισμός θα περιμένει τη λήξη του αμερικανο-ισραηλινού πολέμου εναντίον του Ιράν, για να ξανασηκώσει τη σημαία της συσπείρωσης και εκείνων που νιώθουν εκτός των τειχών της εξουσίας και των άλλων που ανήκουν στις νέες γενιές των «μη προνομιούχων» Ελλήνων.
Η αλήθεια είναι ότι μόνο σε δύο περιόδους το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να εκφράσει τη σχολάζουσα σήμερα πλειοψηφία τους. Η πρώτη ήταν η περίοδος κατά την οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου ενσάρκωνε το όραμα της Αλλαγής. Η δεύτερη ήταν η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο Κώστας Σημίτης ανέλαβε το εγχείρημα του εκσυγχρονισμού αφήνοντας την τότε ΝΔ χωρίς ατζέντα και ζωτικό χώρο.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Ο Κώστας Καραμανλής απαξίωσε τον Σημίτη ως «αρχιερέα της διαπλοκής». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης του ανταπέδωσε τα ίσα ως ο πολλά υποσχόμενος μεταρρυθμιστής που θα άφηνε με τη σειρά του το ΠΑΣΟΚ των επιγόνων χωρίς ατζέντα και μεσαίο χώρο. Εκτοτε η Κεντροαριστερά μετεωρίζεται πάνω από ένα ιδεολογικό κενό που εις μάτην προσπάθησε να πληρώσει χάνοντας πολύτιμο πολιτικό χρόνο και κάμποσες δυνάμεις.
Αλλοτε επαγγελλόμενη την επιστροφή στην κανονικότητα που στα αφτιά των καχύποπτων ακουγόταν ως επιστροφή στη φαυλότητα της προμνημονιακής εποχής. Αλλοτε επανερχόμενη στις εργοστασιακές ρυθμίσεις των αντιδεξιών καταβολών της. Αλλοτε, μιμούμενη την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, όταν πια αυτή είχε εισέλθει σε τροχιά αποδρομής. Αλλοτε, τέλος, υπεραμυνόμενη της αυτάρεσκης θεσμικότητάς της που, όμως, δεν συγκινούσε ούτε αυτούς που επέμεναν να αυτοτοποθετούνται ως κεντρώοι.
Κάπως έτσι το ΠΑΣΟΚ έχασε τον ιστορικό ριζοσπαστισμό του και την ικανότητα να εμπνέει. Παρασύρθηκε από τον ανιστόρητο φόβο της απομόνωσης από τα μεσοστρώματα, παραβλέποντας όμως ότι είχαν και αυτά αρχίσει να παραλύουν από τον φόβο των ραγδαίων εξελίξεων σε όλα τα επίπεδα. Οι περισσότεροι κατέφυγαν στη μητσοτακική Κεντροδεξιά. Αλλά δεν τους έχασε το ΠΑΣΟΚ, όπως κάποιοι ισχυρίζονται, επειδή παρασύρθηκε από αντισυστημικής προέλευσης αντιπολιτευτικές υπερβολές. Τους έχασε επειδή έπαψε να παράγει νέες ιδέες και ευρηματικά εναλλακτικά σχέδια διακυβέρνησης συμβατά με τις ανάγκες της δυνάμει κοινωνικής πλειοψηφίας που αγωνιά εξαιτίας του κινδύνου να απολέσει τα κεκτημένα της ή δυσκολεύεται να τα φέρει βόλτα ή συμμερίζεται την απαισιοδοξία των νεότερων που ξέρουν ότι δεν πρόκειται να ζήσουν καλύτερα από τους πρεσβύτερους.
Το προτιμότερο για το ΠΑΣΟΚ είναι να κάνει τουλάχιστον μια τελευταία έστω προσπάθεια να δώσει ένα πολιτικό παράδειγμα ικανό να γοητεύσει ξανά τους αριστερόστροφους πρωτίστως, έστω και αν δεν διαθέτει πλέον στην ηγεσία του έναν γητευτή σαν κι αυτόν που το ίδρυσε. Ειδάλλως η χώρα δεν θα παραμείνει για πολύ η μοναδική εξαίρεση στον κανόνα της ανόδου των άκρων.
Ο Γιώργος Σεφερτζής είναι πολιτικός επιστήμονας-αναλυτής






