Στην περίπτωση της Αννας Λεμονάκη, η δημιουργία δεν μοιάζει ποτέ με μια γραμμική διαδικασία. Είναι περισσότερο σαν να παρακολουθείς κάποιον να χαράζει μονοπάτι σε έναν βράχο που δεν υπήρχε πριν, με τα χέρια, το σώμα του, αλλά κυρίως την ίδια του την ανάγκη να πει μια ιστορία.

Αυτή την αίσθηση αφήνει και το «nerό_una puta historia de AMOR» που ανεβαίνει στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής από σήμερα έως την Κυριακή. Μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στην Comedie de Geneve τον περασμένο Ιανουάριο, η παράσταση ταξιδεύει στην Αθήνα για να παρασύρει τους θεατές σε τρεις βραδιές όπου ο έρωτας και η κατάρρευση συνυπάρχουν σαν δύο όψεις του ίδιου τοπίου.

«Νιώθω ότι είμαστε σε μια εποχή που έχει γίνει τυραννικά βιαστική, εγωκεντρική, όπου όλοι κλεινόμαστε στις δικές μας προσωπικές μας ανάγκες, χωρίς να αναρωτηθούμε τι θα γίνει αν δεν απαντήσουμε στις συλλογικές. Η αγάπη έχει χαθεί κι αυτό φαίνεται από τον τρόπο ακόμη που θα κοιτάξουμε ή θα νοιαστούμε για αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Είμαστε σε μια στιγμή όπου τα πράγματα κινούνται σε μια επιφάνεια κι αυτό βλέπουμε στον έρωτα, στις ρομαντικές ιστορίες. Δεν ξέρω αν τελικά αυτό το φαινόμενο ξεκινάει από τον τρόπο που θα αγαπήσεις έναν άνθρωπο, που θα είναι δίπλα σου, από την οικογένεια, τους φίλους, το χωριό από το οποίο έρχεσαι ή το μέρος στο οποίο μένεις. Αλλά νιώθω ότι ξεκινάει από κάπου βασικά και πάει πλέον προς την αντίθετη κατεύθυνση, όπου απλά δεν μας νοιάζει τι γίνεται εκεί πέρα. Νιώθω ότι είμαστε σε μια στιγμή πολύ παράδοξη, όπου όλοι επικεντρώνονται στο να βάλουν τα όριά τους, να μιλήσουν για τις ανάγκες τους, να τις εξυπηρετήσουν, θεωρώντας ότι αυτό είναι λογικό. Ολος αυτός ο ρυθμός που μας περιβάλλει, αλλά και ο τρόπος που εμείς απαντάμε απέναντι σε αυτό, θεωρώ ότι εκπνέει την κατάρρευση μιας εποχής και μιας φιλοσοφίας» αναφέρει η Αννα Λεμονάκη μιλώντας στο «Νσυν».

Η αναρρίχηση

Ξεκινώντας από αυτές τις σκέψεις, η ίδια έστησε μια παράσταση που παντρεύει το θέατρο, τον χορό, τη μουσική και την αναρρίχηση. Στο κέντρο της τοποθέτησε μια επιβλητική κάθετη κατασκευή, που αντιπροσωπεύει την κατακόρυφη πλαγιά ενός πελώριου βράχου, όπως ο Κοκκινόβραχος του Λεωνιδίου στην Αρκαδία. Την εξερεύνησή του ανέλαβαν περφόρμερ, αναρριχητές και μουσικοί, δοσμένοι σε μια χορογραφία της τρυφερότητας και του απρόσμενου. Τις αιωρούμενες κινήσεις τους υποδεικνύουν τα ημερολόγια που έγραψαν η σκηνοθέτρια με τη συγγραφέα Ζιλί Ζιμπέρ στα κοινά ταξίδια τους στην Ελλάδα και το Μεξικό. «Η κίνηση είναι πρωταρχική γιατί πιστεύω πάρα πολύ σε αυτή για να μπορείς να έχεις μια σωστή παρουσία πάνω στη σκηνή. Σε κάθε έργο μου ψάχνω ποιο θα είναι το θετικό εμπόδιο, το οποίο θα μας επιτρέψει να βρούμε έναν λόγο πάνω στη σκηνή, μια παρουσία που να είναι όσο το δυνατόν πιο αληθινή. Εδώ για εμένα ήταν αυτή η κάθετη πλευρά και η αναρρίχηση που μπήκε μέσα στο παιχνίδι.

Η σύνδεσή τους έγινε πολύ φυσικά, από τη στιγμή που αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω σε ένα δίχτυ, το οποίο ουσιαστικά συμβολίζει τα βράχια. Μόνο και μόνο η προσπάθεια που χρειάζεται να βάλεις για να ανέβεις, ο τρόπος με τον οποίο θα πέσεις, ο άλλος που σε ασφαλίζει, το σκοινί που τεντώνει και τεντώνει, οι αποστάσεις που μπορείς να δημιουργήσεις, οι πτώσεις και οι παύσεις μέσα σε αυτό, οι συναντήσεις, έδεσαν τα πάντα μαζί οργανικά» τονίζει η σκηνοθέτρια. «Η αναζήτηση του θέματος της αγάπης συνδέεται με την αναρρίχηση με έναν πρακτικό αλλά και αδιανόητα συμβολικό τρόπο. Στην αναρρίχηση αυτό που κάνεις είναι ότι προσπαθείς να ανέβεις μια διαδρομή. Προσπαθείς να πας από κάτω πάνω. Αυτή είναι η αποστολή σου και αυτό το κάνεις αγγίζοντας κάποια βράχια, γνωρίζοντας ότι μπορεί να πέσεις. Ακόμα και να φοβάσαι, πέφτεις, ξανασηκώνεσαι και ξανά δοκιμάζεις το ίδιο πράγμα. Αν κουραστείς από αυτή τη διαδρομή, θα δοκιμάσεις μια νέα που κάτι παρόμοιο έχει και με τη διπλανή, αλλά είναι και διαφορετική» συνεχίζει.

Η ιστορία δύο γυναικών

Ο τίτλος της νέας της δημιουργίας αποτελεί ένα λογοπαίγνιο με το «nero», την ιταλική λέξη για το μαύρο χρώμα, και την ελληνική λέξη «νερό» και αντιπροσωπεύει το πέμπτο και τελευταίο μέρος της πενταλογίας των χρωμάτων που παρουσίασε τα τελευταία χρόνια. Στο κέντρο της βρίσκεται η ιστορία δύο γυναικών, όχι ηρωίδων με την κλασική έννοια, αλλά σωμάτων που κουβαλούν πάνω τους την κόπωση και την ομορφιά της σύγχρονης δυτικής ζωής.

Δύο γυναίκες 40 και 50 ετών, χωρισμένες, η καθεμία σε ένα διαφορετικό σημείο της προσωπικής της διαδρομής, αλλά και οι δύο αντιμέτωπες με το ίδιο αόρατο βλέμμα της κοινωνίας που τις τοποθετεί εκτός «ρινγκ» μόλις η γονιμότητα αρχίζει να υποχωρεί. «Αυτό είναι ένα ζήτημα που απασχολεί τις σύγχρονες γυναίκες και πρέπει να τίθεται. Θεωρώ μια γυναίκα μετά τα 40, πόσω μάλλον μετά τα 50, μπαίνει σε έναν ανταγωνισμό ο οποίος είναι πάρα πολύ σκληρός εάν και εφόσον είναι μόνη της. Πολλές φορές περπατάει στον δρόμο και νομίζει ότι είναι διάφανη πλέον, ότι δεν γυρνάνε να την κοιτάξουν. Επίσης δεν έχει τις επιλογές που θα μπορούσε να είχε πιο πριν. Οι άνδρες στους οποίους μπορούν να έχουν πρόσβαση είναι πάντα κατειλημμένοι. Οι δύο γυναίκες που συναντιούνται μπορεί να είναι σε μια πολύ διαφορετική φάση μεταξύ τους, αλλά εντέλει είναι πάλι στον ίδιο κοινό παρονομαστή: βρίσκονται από κάτω. Στο έργο, επίσης, περνάει το θέμα της εμμονής με τον έρωτα, το οποίο βγαίνει μέσα νότες χιούμορ» καταλήγει η Αννα Λεμονάκη.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Πώς δολοφόνησαν ΗΠΑ και Ισραήλ τον Χαμενεΐ