Τo πιο ασφαλές εφαλτήριο θα παραμένει η μνήμη και κυρίως εκείνη που κατοικεί στην παιδική μας ηλικία. Από εκεί ανέσυρε ο νέος και πολλά υποσχόμενος τραγουδιστής Γιάννης Διονυσίου το υλικό για να φτιάξει το πρότζεκτ που θα παρουσιάσει στην μπουάτ Απανεμιά. Αυτή η μυστική αφετηρία είναι η «Τζαμάικα» του Μάνου Λοΐζου, τραγούδι που είχε να ερμηνεύσει από τα χρόνια του Δημοτικού. Και αυτό, εκτός άλλων, θα περιλαμβάνει η παράσταση στην Απανεμιά με τη συνοδεία του σολίστ Δημήτρη Σίντου. Με αυτή την αφορμή, ο Γιάννης Διονυσίου μιλά για τις καταβολές του, τη μουσική του διαδρομή και τη βαθύτερη στάση ζωής που καθορίζει τις καλλιτεχνικές του επιλογές.
Θεωρώ πολύ σημαντικό να συνειδητοποιούμε ότι έχουμε ρίζα, ότι δεν είμαστε μετέωροι. Οχι μια ρίζα που μας εγκλωβίζει, αλλά κάτι που μας δίνει μια ώθηση προς τα εκεί που θέλουμε να φτάσουμε. Με αυτή την αφετηρία μπορούμε να εκτοξευτούμε προς αυτό που επιθυμούμε. Είναι σημαντικό για μένα να αισθάνομαι ότι πατάω γερά στη γη. Η Κύπρος όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στο ποιος είμαι σήμερα. Η καταγωγή μου, τα βιώματά μου, οι μουσικές μου σπουδές.
Από τη μητέρα μου πήρα τα πρώτα μαθήματα πιάνου από την ηλικία των πέντε ετών. Είχε μαθητές αρχάριους και το έκανε ως δεύτερη επαγγελματική απασχόληση. Θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά να είμαι, ως παιδάκι, μπροστά στο πιάνο και να εξασκούμαι στο πεντάγραμμο. Αργότερα έκανα βιολί, έπειτα βυζαντινή μουσική, παραδοσιακή, ακολούθως το μουσικό σχολείο, κρουστά, συμφωνική ορχήστρα νέων στην Κύπρο. Μέχρι τα 18 μου χρόνια, λίγο πριν πάω στον Στρατό δηλαδή, η ζωή μου ήταν γεμάτη μουσική.
Η συνειδητοποίηση ότι θέλω να ασχοληθώ με τη μουσική επαγγελματικά ήρθε όταν πήγαινα στο Λύκειο. Αργότερα σε αυτό συνέδραμαν οι δάσκαλοί μου στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης στη Θεσσαλονίκη, όπου φοίτησα για να σπουδάσω βυζαντινή μουσική – ψαλτική. Και το πρώτο μου πτυχίο και το μεταπτυχιακό μου είναι πάνω στη βυζαντινή μουσική. Παρ’ όλα αυτά, στο Πανεπιστήμιο ασχολήθηκα και με την κατεύθυνση της παραδοσιακής μουσικής. Οι καθηγητές μας συνέβαλαν πολύ στο να έχουμε μια ανοιχτή λογική ως προς την παράδοση, μια δημιουργική προσέγγιση, όχι μουσειακή. Ηταν πολλά και καθοριστικά αυτά τα δέκα χρόνια.
Προηγήθηκε μια διαδικασία ζυμώματος μέσα από τις παρέες του Πανεπιστημίου αλλά και μέσω της «πιάτσας» των μουσικών – από το 2010 έως το 2018. Ετσι, κάποια στιγμή, ο Βασίλης Πετρίδης, ο οποίος είχε φτιάξει ένα σχήμα, τους Γκαϊλέ, μου πρότεινε να πω το «Φέρνω τα πέρατα κοντά». Δεν μπήκαμε στο στούντιο, ηχογραφήσαμε το τραγούδι στην ταράτσα, όπου γυρίστηκε και το βιντεοκλίπ. Αυτό συνέβη το 2015. Ηταν ένα καλοκαίρι με διάφορες ανακατατάξεις, με συνειδητοποιήσεις στην προσωπική μου ζωή αλλά και στην καλλιτεχνική μου υπόσταση. Ηθελα να πάω παρακάτω. Τελείωσα τις σπουδές μου, αποφάσισα να ασχοληθώ περισσότερο με τη φωνή μου. Εκανα ένα ακόμη βήμα προς την ωριμότητα. Αρχισα να θέτω πιο χειροπιαστούς στόχους και να τους πραγματοποιώ. Και αυτό ήρθε μέσα από προσωπική διεργασία και συνέπεσε χρονικά με την ηχογράφηση του τραγουδιού και την κυκλοφορία του «Φέρνω τα πέρατα κοντά». Αυτό το τραγούδι είχε βρει τον δρόμο του, δηλαδή ακουγόταν στα ραδιόφωνα, αλλά εμείς το αντιληφθήκαμε έναν χρόνο αργότερα. Δεν ξέραμε ότι στην Αθήνα, για παράδειγμα, το έπαιζε ο σταθμός Μελωδία. Κατάλαβα ότι το τραγούδι έχει γίνει γνωστό όταν, την περίοδο που έκανα το μεταπτυχιακό μου στην Αθήνα και κατέβαινα συχνά – το 2017 –, κανονίζαμε και κανένα live. Ενα βράδυ, σε ένα μαγαζί των Εξαρχείων όπου έπαιζα με τον Γιάννη Παπαγεωργίου – βιολί, κιθάρα, δύο φωνές (σ.σ.: υπογράφει τον δεύτερο προσωπικό δίσκο του Γιάννη Διονυσίου «Λακκούβα») –, προς το τέλος της βραδιάς έρχονται δύο παιδιά και ζητούν αυτό το τραγούδι. Το παίζουμε, αρχίζουν να το τραγουδάνε όλοι και τότε αντιλαμβάνομαι ότι ίσως θα πρέπει να προωθώ και να μη σνομπάρω το νέο υλικό.
Δεν βιάζομαι για ουσιαστικά πράγματα. Για αυτά δηλαδή που θέλω να έχουν διάρκεια. Εκείνα τα οποία είναι καθοριστικά για τη ζωή μου, όπως η οικογένεια και η καλλιτεχνική εξέλιξη. Τα πράγματα γενικά θέλουν τον χρόνο τους. Ο χρόνος είναι αντίπαλος για όλους μας και ειδικότερα για εμάς τους καλλιτέχνες είναι εχθρός. Εχω την αγωνία της επιτυχίας, αλλά όχι της εύκολης και γρήγορης. Αυτό δεν με αφορά, δεν με ενδιαφέρει να γίνω σουπερστάρ. Θέλω να γίνω ένας καλλιτέχνης που εκφράζεται με τα μέσα και τα εργαλεία που προβάλλουν την αλήθεια, το φως, την ουσία, και όχι ευκαιριακές καταστάσεις και καιροσκοπικά γεγονότα. Ισως εμείς οι πιο ρομαντικοί να έχουμε μείνει πίσω ως προς την εμπορική διαχείριση. Εννοώ τα social media και το Διαδίκτυο. Τώρα, ποιος είναι ο σωστός τρόπος, πραγματικά δεν γνωρίζω. Σίγουρα όχι τα κακόγουστα αστεία, οι άπειρες σέλφι, η προβολή στιγμών από την προσωπική μας ζωή στα διάφορα reels.
Με αυτές τις επιλογές προασπίζω την προσωπική μου ηθική. Δεν κάνω κάτι για να δείξω στον άλλον ότι είμαι καλύτερος από αυτόν. Η ηθική, για μένα, συνδέεται με τις σταθερές που επιλέγει να έχει ο καθένας στη ζωή του, αλλά και με το πώς προσαρμοζόμαστε στην καθημερινότητα και στα πράγματα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Οι σταθερές που χρειάζομαι για να λειτουργήσω – όχι υπό τύπον δόγματος – γίνονται οι οδηγοί μου. Την ίδια στιγμή, όμως, μπορώ και να τις αμφισβητήσω, να τις αποδομήσω και στη συνέχεια να τις αναδομήσω. Ολο αυτό συνδέεται με την προσαρμογή κάθε φορά σε μια συνθήκη. Για παράδειγμα, μπορεί να μου αρέσει ο παλιός τρόπος του τραγουδιού, της ηχογράφησης, της προβολής κ.λπ., αλλά στις μέρες μας βλέπω ότι δεν λειτουργεί. Οπότε κρατάμε τη φιλοσοφία των παλαιότερων συνθηκών και τη φέρνουμε στις ανάγκες του σήμερα. Πρέπει να είμαστε διαβασμένοι για το τι έχει υπάρξει πριν από αυτό που θέλουμε να προτείνουμε.
Info: Μπουάτ Απανεμιά, Μνησικλέους και Θόλου 4, Πλάκα, στις 21.00, τηλ. 210-3248.580, Πέμπτη 5 και 12 Φεβρουαρίου







