Είδα πριν από λίγες μέρες, στο θέατρο του Ελληνικού Κόσμου, το «Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, με τη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου, σε σκηνοθεσία Πέτρου Ζούλια. Και μελαγχόλησα. Διότι θυμήθηκα μια 13χρονη πιτσιρίκα, προπετή και αυθάδη, με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της, που ένα βράδυ, πριν από 52 χρόνια, την πήγε η μεγαλύτερη αδελφή της σε ένα θέατρο. Ηταν Χούντα, μετά τα γεγονότα της Νομικής, ίσως και μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Μπαίνοντας, η πιτσιρίκα, εξοικειωμένη από τη νηπιακή ηλικία της με το θέατρο, δεν ήξερε τι, ακριβώς, θα έβλεπε. Βγαίνοντας, νόμιζε ότι είχε αλλάξει η ζωή της.

Η πιτσιρίκα ήμουν εγώ. Και μέχρι σήμερα, έχω μπροστά στα μάτια μου και κρατάω ζωντανές στη μνήμη μου, εικόνες από εκείνη την παράσταση. Τον Νίκο Ξυλούρη να ξεπροβάλλει από το βάθος της σκηνής και να διασχίζει την «πασαρέλα» που διέτρεχε την πλατεία (πρωτοποριακό για εκείνα τα χρόνια) τραγουδώντας το «3 του Σεπτέμβρη», τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο, ως Ελευθέριο Βενιζέλο, να περπατάει σιωπηρός (σαν να λέει, δηλαδή, πάρα πολλά διά της σιωπής του) στην ίδια «πασαρέλα» απ’ άκρη σ’ άκρη κι εκεί προς το τέλος της παράστασης, την Τζένη Καρέζη (το ρακένδυτο «Ρωμιάκι» του έργου) να βάζει το αφτί της στο πάτωμα της σκηνής και, σαν να αφουγκράζεται τον παλμό της γης, να λέει «Κάτι γίνεται, κάτι γίνεται». Και έγινε. Λίγους μήνες αργότερα η Χούντα έπεσε.

Περιττό να πω ότι αγόρασα αμέσως τον δίσκο μόλις κυκλοφόρησε, έμαθα τα τραγούδια απ’ έξω και συχνά-πυκνά, κλειδωνόμουν στο παιδικό μου δωμάτιο και έπαιζα ολόκληρες σκηνές. Τόσο με είχε γοητεύσει η παράσταση. Οταν, ωστόσο, την ξαναείδα, μετά τη Μεταπολίτευση, δεν υπήρχε η ίδια ένταση, αφού δεν λειτουργούσε πλέον το υπονοούμενο, αυτό που είχε καταφέρει να ξεγλιστρήσει από τη λογοκρισία και αναμόχλευε το συναίσθημα. Παρ’ όλα αυτά, «κουβαλούσα» αυτό το έργο εντός μου για αρκετά χρόνια. Και αργότερα, ανακάλυψα τη συγγένειά του με το θέατρο του Μπρεχτ, ο «Ρωμιός» και το «Ρωμιάκι» (οι ρόλοι που έπαιζαν ο Καζάκος και η Καρέζη) με παρέπεμπαν στον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν από το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ.

Αναρωτιόμουν λοιπόν τι νόημα θα έχει το «Μεγάλο μας Τσίρκο» τώρα (είχε ανεβεί και το 2012 από το ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη). Βλέποντας την παράσταση όμως, «λουστραρισμένη» με τα χρώματα του σήμερα, κατάλαβα ότι έχει. Διότι κάθε γενιά, κάθε εποχή, θεωρεί ότι είναι περιούσια. Οτι στα δικά της χέρια θα σκάσει η χώρα γι’ αυτό και οφείλει να τη σώσει. Οτι είναι η πιο προδομένη από τους πολιτικούς, από τις «άπονες εξουσίες», από τις προηγούμενες γενιές. Και αναζητά τον δικό της «κοινό λόγο» που μπορεί να τον ταυτίσει με μια παράσταση, ένα τραγούδι, ένα μανιφέστο. Αλλιώς, στα 25 μας, θα ήμασταν ήδη γέροι. Με πιο έντονα λοιπόν τα επιθεωρησιακά στοιχεία, για να είναι πιο «ευανάγνωστο» στην εποχή μας, το «Μεγάλο μας Τσίρκο» ενθουσιάζει και συγκινεί κάθε βράδυ το κοινό που χειροκροτεί ανά πέντε λεπτά. Αν λοιπόν λειτουργούν ακόμη και μάλιστα τόσο έντονα τα υπονοούμενα και οι αναγωγές που μας ξεσήκωναν επί Χούντας σημαίνει ότι έχουμε εντός μας ένα μεγάλο κενό. Ισως να φαίνεται πολιτικό αλλά έχω την εντύπωση ότι, κατά βάθος, είναι βαθιά συναισθηματικό.

Αναγωγές

Βλέποντας τώρα το «Μεγάλο μας Τσίρκο», συνειδητοποίησα ότι, από τότε που πρωτοανέβηκε έως σήμερα, έχουν περάσει περισσότερα χρόνια απ’ όσα είχαν περάσει από τη Μικρασιατική Καταστροφή έως την πρώτη πρεμιέρα του έργου. Και ότι αυτά τα πενήντα τόσα χρόνια είναι η μεγαλύτερη περίοδος συνεχούς ειρήνης από τότε που στάθηκε στα πόδια του το σύγχρονο ελληνικό κράτος.

Επισημαίνοντας αυτό σε μια νεανική παρέα, μου είπαν: «Ωραία, κι εσείς τι την κάνατε αυτήν την ειρήνη;». Πήγα κάτι να πω αλλά σιώπησα. Οπως, ίσως θα σιωπήσουν κι αυτά τα παιδιά όταν, έπειτα από 30, 40 χρόνια, τους τεθεί, από νεότερους, το ίδιο ερώτημα. Διότι πάντα «…η ζωή αλλάζει χωρίς να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.