Η Ορθόδοξη Εκκλησία συγκροτείται ιστορικά ως θεσμός υπερεθνικός, σύμφωνα με το Κανονικό Δίκαιο, οργανωμένος και πνευματικά αυτοτελής. Η ταύτισή της με κρατικές στρατηγικές ισχύος αλλοιώνει τον χαρακτήρα της και υπονομεύει τον ίδιο τον λόγο υπάρξεώς της. Υπό το πρίσμα αυτό, οι πρόσφατες επιθέσεις σε βάρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και προσωπικά του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου δεν μπορούν να εκληφθούν ως απλές ενδοεκκλησιαστικές αντιπαραθέσεις. Συνιστούν θεσμικό γεγονός με σαφές πολιτικό και διεθνές αποτύπωμα.

Κεντρικός άξονας της ρωσικής εκκλησιαστικής πολιτικής αποτελεί η αναβίωση της θεωρίας της λεγόμενης «Τρίτης Ρώμης». Πρόκειται για μια ιδεολογική κατασκευή, η οποία αναπτύχθηκε σε συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και επιχειρεί να προσδώσει στη Μόσχα ρόλο παγκόσμιου κέντρου της Ορθοδοξίας. Η θεωρία αυτή δεν ερείδεται σε καμία απόφαση Οικουμενικής Συνόδου, ούτε σε ιεροκανονική παράδοση. Αντιθέτως, λειτουργεί ως μεταφυσική επένδυση κρατικής ισχύος, συγχέοντας σκοπίμως την εκκλησιαστική αποστολή με τη γεωπολιτική φιλοδοξία. Η εκκλησιαστική ιστορία γνωρίζει σαφώς δύο «Ρώμες»: την Πρεσβυτέρα Ρώμη και τη Νέα Ρώμη. Η πρώτη κατέλαβε εξέχουσα θέση λόγω της πολιτικής σημασίας της στην αρχαία αυτοκρατορία. Η δεύτερη, η Κωνσταντινούπολη, αναγνωρίστηκε κανονικά ως Νέα Ρώμη από τις Οικουμενικές Συνόδους, ακριβώς επειδή αποτέλεσε το νέο διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας και σημείο αναφοράς της εκκλησιαστικής συνοδικότητας. Η πρωτοκαθεδρία της Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι ζήτημα ιστορικού συμβολισμού, αλλά κανονικής τάξης.

Η Μόσχα δεν εντάσσεται σε αυτή την κανονική ακολουθία. Δεν υπήρξε ποτέ Ρώμη, ούτε Πρεσβυτέρα ούτε Νέα. Η επιδίωξή της δεν είναι, στην πραγματικότητα, η αναγνώριση μιας «Τρίτης Ρώμης», αλλά η υποκατάσταση της Κωνσταντινούπολης, η μετατροπή της σε μια ιδιότυπη «δεύτερη Κωνσταντινούπολη», χωρίς το κανονικό, ιστορικό και θεσμικό βάρος που αυτό προϋποθέτει. Πρόκειται για κρατικοεκκλησιαστική αξίωση που εργαλειοποιεί την πίστη.

Η επίθεση κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου προσβάλλει ευθέως την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας και της θεσμικής αυτονομίας της Εκκλησίας, όπως αυτές κατοχυρώνονται στο ευρωπαϊκό και διεθνές νομικό κεκτημένο. Η μετατροπή της Εκκλησίας σε φορέα κρατικής ιδεολογίας εισάγει στοιχεία αυταρχισμού με θρησκευτικό περίβλημα και υπονομεύει τον υπερεθνικό χαρακτήρα της Ορθοδοξίας.

Χαρακτηριστική υπήρξε και η στάση του Πατριαρχείου Μόσχας έναντι της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016). Παρότι η ρωσική πλευρά είχε ενεργό και καθοριστική συμμετοχή στη μακρά προσυνοδική προετοιμασία και στη διαμόρφωση των κειμένων, επέλεξε τελικώς τη μη συμμετοχή, υπονομεύοντας στην πράξη την πανορθόδοξη συνοδική διαδικασία.

Παράλληλα, η εκκλησιαστική αυτή στάση συνοδεύεται από ευρύτερη προσπάθεια άσκησης επιρροής στην πολιτική ζωή της Ελλάδος, μέσω εκκλησιαστικής ρητορικής και προπαγάνδας με σαφές γεωπολιτικό υπόβαθρο (βλ. ιδεολογία του λεγόμενου «ρωσικού κόσμου») και έντονα αντι-δυτικά χαρακτηριστικά, η οποία συνδέεται με τη στήριξη παρεκκλησιαστικών προσώπων, με σκοπό την αποσταθεροποίηση της θεσμικής Εκκλησίας.

Η καταδίκη αυτών των πρακτικών είναι επιβεβλημένη. Σε μια περίοδο γενικευμένης αμφισβήτησης των θεσμών, η υπεράσπιση της κανονικής τάξης της Εκκλησίας ταυτίζεται με την υπεράσπιση της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και του δικαιώματος της πνευματικής ελευθερίας του ανθρώπου.

Ο αρχιμανδρίτης δρ Αθηναγόρας Σουπουρτζής είναι καθηγητής Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου Θεολογικής Ακαδημίας Volyn Ουκρανίας, επισκ. καθηγητής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.