Εχει κατ’ επανάληψη τονιστεί από τούτες τις γραμμές η σημασία της συναίνεσης, πρωτίστως σε επίπεδο κοινωνίας, αλλά και σε επίπεδο πολιτικών, για την αντιμετώπιση των προκλήσεων διακυβέρνησης. Και έχει επισημανθεί ότι μέρος του πολιτικού ζητήματος είναι ότι η κυβέρνηση βρίσκεται σε πολυμέτωπη αντιπαράθεση, ταυτόχρονα έναντι δεξιών και κεντροαριστερών πολιτικών δυνάμεων. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν, στο σημερινό πολιτικό περιβάλλον, υπάρχει ειλικρινές πεδίο πολιτικών συναινέσεων. Ή, αντίθετα, αν η επίκληση της συνεννόησης λειτουργεί περισσότερο ως παίγνιο αλληλοεπίρριψης ευθυνών (blame game).
Η πρώτη μας παρατήρηση είναι ότι η συναίνεση προϋποθέτει περιθώριο δημιουργικής δράσης για τους συμμετέχοντες. Να δημιουργήσουν κοινή αξία. Επομένως, δεν προσφέρεται απλώς για να επιμεριστεί στην αντιπολίτευση ευθύνη για την τρέχουσα πολιτική διαχείριση. Κατά μείζονα λόγο, δεν υπάρχει πεδίο συνευθύνης για ζητήματα στα οποία η κυβέρνηση έχει λάβει τις αποφάσεις της.
Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι η συναίνεση καλλιεργείται στον χρόνο. Είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα πολιτικής ψυχολογίας. Δύσκολα χτίζεται. Εύκολα διαρρηγνύονται τα δεσμά της. Και επειδή οι πολιτικοί παράγοντες γνωρίζουν καλά ο ένας τον άλλον, η μνήμη του αδειάσματος στο παρελθόν δύσκολα αποβάλλεται.
Η τρίτη παρατήρηση είναι ότι η πρόταση της συναίνεσης είναι πιο ρεαλιστική αν διατυπώνεται στην αρχή της τετραετίας. Τότε ο ηττημένος είναι σε πιο ευάλωτη θέση και το λαϊκό αίσθημα πιο πιεστικό για συνεννόηση. Αντίθετα, σε προεκλογική χρονιά, όπως αυτή στην οποία βρισκόμαστε, όλες οι παρατάξεις είναι πιο δύσπιστες. Μήπως, αναρωτιούνται, η πρόσκληση δεν απευθύνεται πραγματικά σε αυτούς, αλλά έχει σκοπό να αποσπάσει τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους τους;
Φυσικά, αυτή η συζήτηση δεν γίνεται εν κενώ, αλλά αφορά τη σχέση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Πρέπει επομένως να την τοποθετήσουμε δίπλα στη μεγάλη εικόνα. Για να κατανοήσουμε τα πράγματα, πρέπει να αξιοποιήσουμε τουλάχιστον δύο παραμέτρους. Η πρώτη είναι η παραδοσιακή ιδεολογική τοποθέτηση μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Η δεύτερη μεταξύ συστημικών και αντισυστημικών. Η κυβέρνηση, ενώ στο πρώτο φάσμα τοποθετείται σε Κέντρο/Κεντροδεξιά, στο δεύτερο καταλαμβάνει τον ένα από τους δύο πόλους. Το πρόβλημα όμως είναι ότι, σε πλειοψηφικά συστήματα όπως είναι το δικό μας (και όσο δεν το αλλάζουμε), η πολιτική ευστάθεια απαιτεί εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις, που θα καθοδηγούνται από μετριοπαθείς πολιτικές δυνάμεις. Απαιτεί επομένως οι μετριοπαθείς δυνάμεις να ενεργούν ανταγωνιστικά μεταξύ τους, επιδιώκοντας με αυτοπεποίθηση να αποτελέσουν, καθεμία τους, τον κορμό της εναλλακτικής πρότασης.
Αυτές οι σκέψεις μας οδηγούν σε ένα πόρισμα κάπως παράδοξο: Η συναίνεση προϋποθέτει να είναι ισχυρά δύο μετριοπαθή κόμματα. Τότε, θα έχουν αμφότερα αυτοπεποίθηση και ισχύ για να συνεννοούνται εκεί που απαιτείται. Οσο αυτό δεν επιτυγχάνεται, όσο διαγκωνίζονται στην κατακερματισμένη αντιπολίτευση μετριοπαθείς και ριζοσπαστικές οντότητες, και όσο το κυβερνητικό κόμμα ακολουθεί τη λογική της διαιρέσεως των αντιπάλων, τόσο το πεδίο θα είναι χαοτικό. Και οι προοπτικές της συναίνεσης δυσοίωνες.
Ο Ν. Παπασπύρου είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών







