Σε τοποθέτησή του με αφορμή την απονομή του βραβείου διεθνούς συνεργασίας από το ίδρυμα «Πριγκίπισσα της Αστουρίας» ο Μάριο Ντράγκι αναφέρθηκε στη γνωστή συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και επανέφερε μια παλαιότερη πρόταση: την ιδέα μιας Ευρωπαϊκής Ενωσης «πολλαπλών ταχυτήτων» ή, όπως την ονομάζει τώρα, ενός «ρεαλιστικού φεντεραλισμού».
Πράγματι, η Ενωση καλείται να ανταποκριθεί σε προκλήσεις που υπερβαίνουν τις δυνατότητες κάθε κράτους-μέλους ξεχωριστά. Συγχρόνως το κλασικό φεντεραλιστικό αφήγημα δεν φαίνεται πλέον πολλά υποσχόμενο, ιδίως ενόψει της γενικότερης απροθυμίας παραχώρησης επιπλέον αρμοδιοτήτων στην Ενωση. Εξάλλου, περαιτέρω εμβάθυνση θα απαιτούσε ευρύτερες συναινέσεις και ενίσχυση της πολιτικής συμμετοχής σε ενωσιακό επίπεδο, προς διασφάλιση της απαραίτητης δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Ενόψει των εν λόγω πρακτικών δυσχερειών ο Ντράγκι προκρίνει ως πιο ρεαλιστική διέξοδο την επιλεκτική εμβάθυνση της ολοκλήρωσης ανά τομέα δραστηριότητας. Ιδίως όπου συντρέχει επείγουσα ανάγκη συντονισμένης δράσης (κλιματική κρίση, άμυνα, εξωτερική πολιτική) αλλά διαπιστώνονται συγκρουόμενα συμφέροντα μεταξύ κρατών-μελών ή σημαντικές αποκλίσεις εν σχέσει με την ισχύ και την αποδοτικότητά τους (ψηφιακή μετάβαση, έρευνα, νέες τεχνολογίες). Μέσω της επιλεκτικής συμμετοχής επιτυγχάνεται, έστω μερικώς, η κοινή πορεία και διασφαλίζεται η δημοκρατική νομιμοποίηση: η απόφαση συμμετοχής σε κάθε επιμέρους εγχείρημα λαμβάνεται στο επίπεδο κάθε κράτους-μέλους ξεχωριστά, χωρίς κινδύνους για τα υπόλοιπα.
Από τη σκοπιά αυτή η Ενωση φαίνεται να είναι πλέον αντιμέτωπη με τα μειονεκτήματα της εκτεταμένης διεύρυνσής της. Τα κίνητρα προς τούτο ήταν, ως γνωστόν, πρωτίστως οικονομικά, συνδεόμενα με την επέκταση της ενιαίας αγοράς. Οι παρούσες προκλήσεις εμφανίζονται ως ευκαιρία διόρθωσης αυτής της λογικής: διακυβεύονται κατακτήσεις που υπερβαίνουν την οικονομική ευημερία και έχουν ακόμη και υπαρξιακή αξία για τα μέλη της Ενωσης και τους πολίτες τους. Αντίστοιχης σημασίας είναι οι πολιτικές υπερβάσεις που απαιτούνται.
Οπως πάντως μας υπενθυμίζει ο Ντράγκι, τα μεγάλα βήματα ανέκαθεν γίνονταν μέσα από κρίσεις: κάθε κρίση προκαλεί πίεση για θαρραλέες αποφάσεις, παρέχοντας πειστικά ερείσματα για την αιτιολόγησή τους ενώπιον των εκλογικών σωμάτων.
Σημασία έχει βεβαίως και το είδος της κρίσης. Χαρακτηριστική είναι η σύγκριση μεταξύ κρίσης χρέους και πανδημίας. Στην πρώτη περίπτωση τα (οικονομικά) συμφέροντα κρατών-μελών συγκρούστηκαν, οι αποφάσεις καθυστέρησαν και το κόστος για τη συνοχή της Ενωσης ήταν σημαντικό. Αντίθετα, στην πανδημική κρίση που απείλησε το σύνολο των κρατών-μελών κατέστη δυνατή η ταχεία λήψη αποφάσεων και η υπέρβαση πολιτικών διαφορών που επί χρόνια δεν μπορούσαν να επιλυθούν (κοινός δανεισμός).
Τώρα είμαστε αντιμέτωποι με ζητήματα που πάλι υπερβαίνουν την οικονομία, μας αφορούν όλους και επιτάσσουν ευελιξία. Παρέχονται νέες ευκαιρίες κοινής πορείας για όσους επιθυμούν να μην κινούνται κατά μόνας. Με επίγνωση ότι στη διεθνή κλίμακα η ισχύς των κρατών-μελών αντλείται σε σημαντικό βαθμό, αν όχι προεχόντως, από τη συμμετοχή τους στην Ενωση.
Αν είμαστε ρεαλιστές, αξίζει να θέσουμε ως προτεραιότητα τη βιωσιμότητά της. Προϋπόθεση της βιωσιμότητας είναι, ως γνωστόν, η προσαρμοστικότητα στις ραγδαίες αλλαγές.
Ο Νικόλαος Σημαντήρας είναι επίκουρος καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ







