Θα μπορούσε αναμφισβήτητα να λογαριαστεί ως η κομβικότερη φράση που έχει ειπωθεί για τις δημοσκοπήσεις, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, η φράση όπως ακριβώς τη διατύπωσε, πριν από λίγες μέρες, σε τηλεοπτική εκπομπή η Αννα Διαμαντοπούλου, λέγοντας: «Τα δημοσκοπικά δεδομένα αλλάζουν όταν δεν συζητιούνται». Η τόσο καταλυτική ως υπουργός Παιδείας – και όχι μόνον – αυτή πολιτικός που γνωρίζει όσο ελάχιστοι να παραμένει, σε ενός ευρέως φάσματος πολιτικά προβλήματα, τολμηρή, χωρίς ποτέ να γίνεται προκλητική ή και κατ’ ιδέαν έστω προσβλητική, δεν δίστασε να προβεί σε μια «καταγγελία» που ένας σεβαστός αριθμός υποψιασμένων πολιτικών αλλά και πολιτών, θα ήθελε να τη διατυμπανίσει αλλά από φόβο – υπολογισμένο – ότι ενδέχεται πολλοί να δυσαρεστηθούν, προτιμούν να σιωπούν. Πόσοι άραγε θα ήταν αυτοί που θα ευχαριστούνταν αν τους υποχρέωναν να σκεφτούν με έναν τρόπο, που, αν δεν ακυρώνει, υπονομεύει την αλήθεια των δημοσκοπικών σφυγμομετρήσεων, για το τι φρονεί ακριβώς η κοινωνία για τους πολιτικούς και τα κόμματα; Αν υποχρεώνονταν, δηλαδή, να αναγνωρίσουν, έστω ως ένα βαθμό, πως η διατύπωση και η διακίνηση των όποιων δημοσκοπικών ευρημάτων είναι σαν να ωθεί ώστε το σύνολο των πολιτών να κινηθεί υποσυνείδητα για να δώσει στα κόμματα και στους πολιτικούς τα ποσοστά που έχει αποφέρει η δημοσκοπική έρευνα;

Ολοι μας, χωρίς μάλιστα να το συνειδητοποιούμε, φοβόμαστε συνήθως να προσανατολιστούμε προς μια κατεύθυνση που θα προκαλούσε αναταραχή ακόμη και σε ένα ανώμαλα, άδικα και απάνθρωπα συγκροτημένο status quo. Αν υπάρχει μια ευχέρεια η κρίση μας για το κάθε τι να λειτουργήσει ορθά, επεξεργαζόμενη η ίδια αδιαμεσολάβητα τα στοιχεία που της παρέχει η πραγματικότητα, η κρίση αυτή παροπλίζεται εντελώς όταν της προσφέρονται με την εγγύηση μιας αδιάβλητης δημοσκοπικής έρευνας τα αποτελέσματα που σ’ αυτά πρόκειται να καταλήξει. Τελικά έχουμε να κάνουμε με μια κρίση που αν και φαίνεται να χειραγωγεί τα πράγματα, είναι η ίδια απολύτως χειραγωγούμενη. Αν η αποφθεγματική αυτή διατύπωση της Αννας Διαμαντοπούλου παραμένει πολλαπλά εύστοχη είναι γιατί αναγνωρίζει κανείς την επιβεβαίωσή της σε ένα πλήθος «φαινομένων» της νεοελληνικής ζωής και μάλιστα πολύ πιο «επώδυνων» τόσο πρακτικά όσο και θεωρητικά σε σχέση με την «καθοδήγηση» που ενδέχεται να ασκούν ως προς το τι επιλέγουμε να ψηφίσουμε τα δημοσκοπικά «ευρήματα». Οπως για παράδειγμα το φαινόμενο του μπούλινγκ και της εφηβικής εγκληματικότητας που, αν θα μπορούσε να χρεώσει κανείς την αδιαμφισβήτητη αύξησή τους – σκόπιμα αποφεύγουμε τη λέξη έξαρση – σε ένα μη αμφισβητούμενο παράγοντα δεν θα ήταν άλλος παρά αυτός της δημοσιότητας.

Συνιστά μια εύκολα διακριβώσιμη περιοχή όσον αφορά τις συμπεριφορές και ιδιαίτερα αυτές των παιδιών και των εφήβων, ότι η μεγάλη δημοσιότητα όσο κι αν παραμένει καταγγελτική για μεμπτά, επιλήψιμα ή απεχθή περιστατικά, ταυτόχρονα κρύβει και έναν εκθειαστικό χαρακτήρα. Βέβαια μια αντίστοιχη συνθήκη δεν θα ήταν δυνατόν να ανατραπεί όσο ως λαός είμαστε πρόθυμοι να ταυτίσουμε μια μορφή λογοκρισίας με την προληπτική έγνοια ώστε να αποφεύγεται κάτι όχι απλά δυσάρεστο, αλλά τρομερά ζημιογόνο για μια «διακεκαυμένη» ηλικία, όπως αυτή των παιδιών και των εφήβων. Αλλά και των ώριμων, σε βαθμό που αισθάνονται να διαμορφώνουν τα οποιαδήποτε αποτελέσματα, ενώ παραμένουν σε στάση αναμονής προκειμένου να είναι τα αποτελέσματα αυτά που θα τους διαμορφώσουν.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.