Οι ρώσοι πατριώτες – μπλόγκερ και οι πολεμικοί ανταποκριτές – η ομάδα που στηρίζει περισσότερο την «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» στην Ουκρανία – είναι εξοργισμένοι. Η κυβέρνηση του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχει στείλει δυνάμεις για να επιτεθούν στη σύμμαχο της Ρωσίας, Βενεζουέλα, απάγοντας τον πρόεδρό της, Νικολάς Μαδούρο, και καταλαμβάνοντας ένα δεξαμενόπλοιο που έφερε ρωσική σημαία. «Η Ρωσία θα έπρεπε να βυθίζει αμερικανικά πλοία», κραυγάζουν, «ή ακόμη και να εκτοξεύει πυρηνικούς πυραύλους στους εχθρούς της». Αλλά ο ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν δεν έχει καν εκδώσει επίσημη δήλωση.
Βεβαίως, το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών – χωρίς ίχνος ειρωνείας – καταδίκασε την αμερικανική «ένοπλη επίθεση» εναντίον της Βενεζουέλας ως «μια απαράδεκτη παραβίαση της κυριαρχίας ενός ανεξάρτητου κράτους». Επιπλέον, ο Πούτιν σπάνια αντιδρά αμέσως μεγάλα γεγονότα, προτιμώντας να παρακολουθεί πώς εξελίσσονται και να προσαρμόζει αναλόγως την απάντησή του.
Πριν από την επίθεση στη Βενεζουέλα, ο Πούτιν φαινόταν αρκετά σίγουρος για τη θέση της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ο Τραμπ προωθούσε ένα «ειρηνευτικό σχέδιο» εμφανώς ευνοϊκό προς τη Ρωσία και ασκούσε σημαντική πίεση στον ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι να αποσύρει τις ουκρανικές δυνάμεις από εδάφη που ελέγχουν. Προσθέστε σε αυτό τα επανειλημμένα ρωσικά πλήγματα στις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές, που έχουν οδηγήσει σε συνεχείς διακοπές ρεύματος στην καρδιά του χειμώνα, και ο Πούτιν είχε πειστεί ότι η Ουκρανία σύντομα θα ήταν έτοιμη να αποδεχθεί τους ειρηνευτικούς του όρους.
Ομως οι πρόσφατες ενέργειες της κυβέρνησης Τραμπ έχουν θέσει υπό αμφισβήτηση την εκτίμηση του Πούτιν. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να λένε ότι η ειρήνη στην Ουκρανία παραμένει προτεραιότητα, και η πρόσφατη υπόσχεση παροχής εγγυήσεων ασφαλείας προς την Ουκρανία δεν θα περιλαμβάνει αμερικανούς στρατιώτες στο έδαφος – κάτι στο οποίο η Ρωσία θα αντιτασσόταν σθεναρά. Παρότι η αναχαίτιση ενός ρωσικού δεξαμενόπλοιου μπορεί να εκληφθεί ως απόπειρα ταπείνωσης του Πούτιν, η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για βενεζουελάνικο πλοίο, το οποίο ύψωσε ρωσική σημαία για να αποφύγει τη σύλληψη, και ότι οι ΗΠΑ απελευθέρωσαν τα δύο ρωσικής καταγωγής μέλη του πληρώματος.
Παρ’ όλ’ αυτά, η κυβέρνηση Τραμπ είναι αναμφίβολα δυσαρεστημένη με την άρνηση της Ρωσίας να υιοθετήσει πλήρως το ειρηνευτικό σχέδιο που παρουσίασε τον Νοέμβριο. Ο Τραμπ έχει πλέον, σύμφωνα με πληροφορίες, «ανάψει το πράσινο φως» για μια νομοθεσία που είχε καθυστερήσει επί μακρόν και η οποία θα επέβαλλε σκληρές νέες κυρώσεις στη Ρωσία και θα αύξανε τους δασμούς σε χώρες που αγοράζουν εν γνώσει τους ρωσικό πετρέλαιο ή ουράνιο έως και 500%.
Αν και ο Πούτιν σίγουρα δεν απολαμβάνει το να εμφανίζεται αδύναμος, ούτε θα ήθελε να διακινδυνεύσει την περαιτέρω όξυνση των εντάσεων με τις ΗΠΑ – εξού και η σιωπή του. Ομως η προθυμία με την οποία αποδέχεται την άσκηση πίεσης έχει τα όριά της. Το ερώτημα είναι αν η κυβέρνηση Τραμπ θα αποδειχθεί αρκετά πιεστική ώστε να διαπιστώσει ποια είναι αυτά τα όρια.
Οσο για τον Ζελένσκι, θα πρέπει να προσέχει τα νώτα του. Ο Πούτιν μπορεί να μη θέλει να έρθει αντιμέτωπος με τον Τραμπ, αλλά μετά τη σύλληψη του Μαδούρο από τις ΗΠΑ, μπορεί να αποφασίσει να δείξει ότι η Ρωσία έχει την ικανότητα να κάνει το ίδιο στους εχθρούς της, ειδικά μετά τη φερόμενη επίθεση με drone στην κατοικία του Πούτιν στην περιοχή του βόρειου Νόβγκοροντ. Αν και η Ουκρανία αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή σε εκείνη την επίθεση, κατηγορώντας τη Ρωσία ότι προσπαθεί να εκτροχιάσει τις ειρηνευτικές συνομιλίες δίνοντάς της έμφαση, η Ρωσία έχει δεσμευθεί να προβεί σε αντίποινα. Σε κάθε περίπτωση, οι ρωσικές επιθέσεις στις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές θα συνεχιστούν – όπως και η σιωπή του Πούτιν για τη Βενεζουέλα.
Η Νίνα Χρούστσεβα, δισεγγονή του πρώην ηγέτη της ΕΣΣΔ Νικίτα Χρουστσόφ, είναι καθηγήτρια Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο New School της Νέας Υόρκης







