Προσοχή στον τίτλο. Για Prada γράφω, όχι για τη χιλιοτραγουδισμένη και χιλιοβραβευμένη με βραβεία Λένιν και Οκτωβριανής Επανάστασης εφημερίδα «Pravda» που, άλλωστε, είναι σε παρακμή πλέον. Prada λοιπόν και Armani και Versace. Και Jean Paul Gaultier όπως εκείνο το φόρεμα που έβαλε στις Κάννες η Κέιτ Μπλάνσετ και όταν ανασήκωνε το πίσω μέρος, σε συνδυασμό με το κόκκινο χαλί (προσοχή, σε μπουχάρα δεν πιάνει) δημιουργούνταν ένα οπτικό εφέ που παρέπεμπε στα χρώματα της παλαιστινιακής σημαίας – μιλάμε για τόσο μεγάλη επαναστατική αποκοτιά. Δηλαδή μια σταθερά είχαμε κι εμείς, ένα στερεότυπο που ήθελε ταγάρι, αμπέχωνο και φούστα κλαρωτή ως επίσημο outfit της διαμαρτυρίας, της αμφισβήτησης, του αντικομφορμισμού και της επανάστασης, μας το πήραν κι αυτό οι οίκοι μόδας και τα μεγάλα γκαλά.
Είδα, για παράδειγμα, τις Χρυσές Σφαίρες. Κυρίως αυτήν την καλοδουλεμένη και σωστά τοποθετημένη, απέναντι στα φώτα και τα μικρόφωνα, «οργή» των σταρ για τα όσα, όντως αποτρόπαια, συμβαίνουν στις ΗΠΑ. Ανάμεσα σε αστεία και ευχαριστίες, σαν μια ακόμη παράγραφο στον λόγο τους. Και μετά, σαμπάνιες. Κάτι ανάλογο και τα «μαρτυρικά» στο πέτο, ως τιμή στη μνήμη της δολοφονημένης Ρενέ Μακλίν Γκουντ, με συνθήματα «Ice out» και «Be Good». Αποθεώθηκε ο Μαρκ Ράφαλο και όσοι το καρφίτσωσαν στο σμόκιν τους.
«Σκάσε κι εσύ γκρινιάρα» λέω στον εαυτό μου. «Ολοι αυτοί είναι άνθρωποι με μεγάλη επιρροή, κάτι δεν πρέπει να κάνουν;». Πολλά μπορούν να κάνουν, πάρα πολλά, πολύ περισσότερα από μια καρφίτσα στο πέτο και μια απρόσωπη δήλωση. Να μποϊκοτάρουν, ας πούμε, την τελετή, να δηλώσουν ότι δεν θα πάνε ούτε στα Οσκαρ, αυτά θα ήταν όντως παρεμβατικές ενέργειες που θα «πονούσαν» το γόητρο των τραμπικών ΗΠΑ. Να στερηθούν και οι ίδιοι κάτι, όχι να λένε, απλά την παρόλα τους, «δοθείσης ευκαιρίας». Αλλά, σου λέει, εκεί υπάρχουν σπόνσορες, θα γίνει μεγάλη αναστάτωση. Αυτό όμως είναι το θέμα, να γίνει η υπέρβαση από το «λέω» στο «κάνω». Αλλιώς, έτσι όπως γίνεται, δεν είναι διαμαρτυρία, είναι σμίλευση δημόσιου προφίλ και μάλιστα εκ του ασαφαλούς, όπως πάει το κύμα. Διότι δεν είδα κανέναν χολιγουντιανό να δηλώνει τη συμπαράστασή του στους εξεγερμένους του Ιράν.
Βέβαια, αν κάποιος πέρασε από τα λόγια στην πράξη ήταν ο Σον Πεν. Αναψε το παλιόπαιδο το ατίθασο τσιγάρο. Μέσα στην αίθουσα, στη συνεστίαση μετά τις Χρυσές Σφαίρες. Τόσο ατρόμητος, τόσο επαναστάτης. Τον είδε ο Γοργοπόταμος και χαμήλωσε τα μάτια από σεβασμό. Τι να πούμε δηλαδή κι εμείς οι κλασομπανιέρες που, στα δεκατέσσερά μας, κρεμιόμαστε, νυχτιάτικα, από τα παράθυρα για να μη πάρουν πρέφα οι γονείς μας ότι καπνίζαμε. (Βέβαια, θυμάμαι, από το τέλος της δεκαετίας του 1980, αμερικάνικη γελοιογραφία – νομίζω στο New Yorker – που έλεγε ότι, πολύ σύντομα, πιο σοκαριστικό θα ήταν να ανάψει κάποιος τσιγάρο μέσα σε ένα εστιατόριο, παρά να βγάλει πιστόλι).
Βέβαια, προσωπικά, προσπαθώ ακόμη να αφομοιώσω την προτροπή της Ναταλίας Γερμανού στον μουσικό επιμελητή της εκπομπής της να βάλει το Bella Ciao διότι είχε καιρό να το ακούσει και το ορέχτηκε. Ξαναδιαβάζω το «Ενα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω» λέμε.
Για τα μάτια σου Μαρία, γίνεται μια φασαρία
Τη Μαρία Καρυστιανού την είχα για έξυπνη γυναίκα. Δεν ήταν λίγο αυτό που έκανε ανεξαρτήτως αιτίας. Να αναμοχλεύσει, δηλαδή, το συναίσθημα ενός λαού και να το μετουσιώσει σε αντιπολιτευτική οργή. Και απορώ, πραγματικά, γιατί έκανε το μόνο που δεν έπρεπε να κάνει. Να ιδρύσει κόμμα – το ότι το λέει κίνημα δεν έχει σημασία.
Μέσα σε δέκα μέρες κατάφερε να απωλέσει τον μύθο της. Να ξεκατινιάζεται με τον Καραχάλιο, να έχει στρέψει εναντίον της ακόμη και τους γονείς των άλλων θυμάτων και να δικαιώσει τη δημοσιογράφο Σοφία Γιαννακά που, πριν από λίγους μήνες, την είχε καλέσει σε απολογία το Πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ διότι είχε γράψει τη γνώμη της για την Καρυστιανού.







