Οταν ήμουν παιδί, τα καλοκαίρια στη Σύρο, μία από τις πιο συναρπαστικές περιπέτειες ήταν το παιχνίδι στο Κοκκινόσπιτο, ένα ρημάδι μεν αρχοντικό δε, στο Μπισκοπιό (όπως λένε οι ντόπιοι τον «αριστοκρατικό» οικισμό Επισκοπείο στο κέντρο του νησιού). Ο θρύλος έλεγε ότι το σπίτι ήταν στοιχειωμένο διότι είχε αυτοκτονήσει εκεί μια Γαλλίδα και το μυστήριο, ανάμεικτο με φόβο, έδινε διέξοδο στην καλπάζουσα παιδική φαντασία μας. Αναπαριστούσαμε σκηνές αυτοκτονίας βγάζοντας κραυγές άναρθρες αλλά με γαλλική προφορά και, μόλις έπεφτε το σούρουπο, φεύγαμε τρέχοντας μην τυχόν και συναπαντήσουμε κανένα φάντασμα.
Λίγα χρόνια αργότερα, έμαθα ότι ουδεμία Γαλλίδα είχε αυτοκτονήσει εκεί. Απλώς ο Καραγάτσης είχε «στεγάσει» στο Κοκκινόσπιτο τη Μαρίνα Μπαρέ, την ηρωίδα της «Μεγάλης Χίμαιρας» που κυκλοφόρησε το 1936. Και οι Συριανοί μπόλιασαν την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία θολώνοντας τα σύνορα μεταξύ αλήθειας και μύθου. Ισως λοιπόν να ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που αγάπησα τον Καραγάτση, τον «ξεκοκάλισα», τον μελέτησα. Βρήκα συναρπαστική τη θεατρική μεταφορά της «Μεγάλης Χίμαιρας», το 2014, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου και διασκευή Στρατή Πασχάλη, εξαιρετική την Αλεξάνδρα Αϊδίνη στον ρόλο της Μαρίνας. Και περίμενα με λαχτάρα να δω την τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος στην ΕΡΤ που είναι και το πιο ακριβό σίριαλ της ελληνικής τηλεόρασης με κόστος που φτάνει τα έξι εκατομμύρια για έξι επεισόδια.
Απογοητεύθηκα; Οχι ακριβώς. Η εικόνα είναι άψογη, τα πλάνα εξαιρετικά, ο σκηνοθέτης Βαρδής Μαρινάκης ξέρει πού να «στοχεύσει» με την κάμερά του. Το κόστος της παραγωγής δικαιώνεται από το αποτέλεσμα, καμία «έκπτωση» στα ρούχα, τα σκηνικά, τα εξωτερικά γυρίσματα. Η ΕΡΤ πολύ καλώς επένδυσε σε αυτό το «προϊόν» που θα το μοσχοπουλήσει, ήδη τα δύο πρώτα επεισόδια ξεπέρασαν, σε μία εβδομάδα, το ένα εκατομμύριο θεάσεις. Βαρέθηκα όμως. Αυτό που κάνει – σε όσους κάνει – συναρπαστικό το μυθιστόρημα από τις πρώτες κιόλας σελίδες, σαν να το έχει αφαιρέσει κάποιος από την τηλεοπτική μεταφορά του. Σαν να μην αναδεικνύεται το «κάτω κείμενο» του συγγραφέα που μπορεί να μην το καταλαβαίνει ο αναγνώστης ή ο θεατής, αλλά το αισθάνεται.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι η Μαρίνα γίνεται, στο σίριαλ, από Γαλλίδα Ιταλίδα, προφανώς επειδή στην παραγωγή συμμετέχει γενναιόδωρα ιταλική εταιρεία. Ωστόσο ο «Λιάπκιν», η «Χίμαιρα» και ο «Γιούγκερμαν» έχουν γραφτεί από τον Καραγάτση ως τριλογία με τίτλο «Εγκλιματισμός κάτω απ’ τον Φοίβο». Και περιγράφουν πώς τρεις ξένοι, τρεις Βόρειοι, προσπαθούν να ζήσουν κάτω από το αδυσώπητο φως του ελληνικού ήλιου. Αρχικά, ερωτεύονται την Ελλάδα και εκείνη τους ανταποδίδει τον έρωτα. Σφιχταγκαλιάζονται μέχρι που αυτό το αγκάλιασμα γίνεται ασφυκτικό. Και καταλήγει σε μίσος. Ετσι ο ένας αυτοκαταστρέφεται, ο άλλος τρελαίνεται, η Μαρίνα αυτοκτονεί. Ακόμη και στην όψη λοιπόν πρέπει να είναι «ξένη» ως προς το συριανό τοπίο. Και η Πελούζο είναι ένα πανέμορφο κορίτσι, που μοιάζει αναντάμ παπαντάμ Συριανή και εντελώς Μεσογειακή.
Τελικά όμως πόση σημασία έχει να είναι πιστή και ακριβής η τηλεοπτική μεταφορά ενός μυθιστορήματος; Εξαρτάται από το ίδιο το μυθιστόρημα. Αν βασίζεται, δηλαδή, στην αφήγηση αυτή καθαυτή ή σε όσα υπονοεί. Και η «Χίμαιρα» είναι μία δεύτερη, υπαινικτική ιστορία, πίσω από αυτήν που αφηγείται ο συγγραφέας. Χωρίς την οποία όχι μόνο η «Χίμαιρα» – αλλά και η «Αννα Καρένινα» όπως έλεγε ο ίδιος ο Καραγάτσης – θα ήταν ένα μελό του κερατά.
Ακριβή μου Μαρίνα
Είναι πολύ πιθανόν ο Καραγάτσης να εμπνεύστηκε τη Μαρίνα Μπαρέ από τη Λιλή Ζηρίνη. Μια συναρπαστική γυναίκα του μεσοπολέμου, πρώτη σύζυγο του Κωνσταντίνου Τσάτσου που, στη συνέχεια, παντρεύτηκε τον Τάκη Ροδόπουλο. Κυρίως όμως υπήρξε μούσα του Κωστή Παλαμά. Η αλληλογραφία τους μάλιστα έχει κυκλοφορεί από τις εκδόσεις του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά.
Η Λιλή Ζηρίνη πέθανε το 1940, πριν κλείσει τα σαράντα της χρόνια, από καρκίνο στον εγκέφαλο.







