Από τότε που οι τηλεοράσεις εγκαταστάθηκαν στα σπίτια μας, από τότε που οι εκπομπές έγιναν μέρος της καθημερινότητάς μας, «γεννήθηκε» και ένα καινούργιο είδος ειδώλου, αστέρα, σελέμπριτι. Οπως και να το πούμε, δεν έχει σημασία το όνομα, αλλά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Τα τηλεοπτικά πρόσωπα, οι παρουσιάστριες και οι παρουσιαστές, δεν έχουν σχέση, για παράδειγμα, με τους κινηματογραφικούς σταρ ούτε καν με τους ηθοποιούς που κάνουν επιτυχία στην τηλεόραση. Δεν παίζουν κάποιο ρόλο, δεν «ντύνονται» με τα ρούχα κάποιου άλλου.
Τον εαυτό τους μας συστήνουν εξαρχής και με αυτόν πορεύονται στη συνέχεια. Δεν τους σκηνοθετεί κάποιος, οι ίδιοι μάς παρουσιάζονται όπως τους υπαγορεύει το δικό τους ένστικτο επικοινωνίας. Δεν υπάρχει η απόσταση που δημιουργείται ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό, ούτε και κάποιος θαυμαστής έχει τη δυνατότητα να τους χειροκροτήσει «ζωντανά». Δεν προσφέρουν θέαμα, στην πραγματικότητα μας κάνουν παρέα, και μάλιστα θέλουμε – δεν θέλουμε. Και σιγά σιγά τους συνηθίζουμε. Γίνονται «δικοί μας άνθρωποι», ακόμη και αν δεν τους πολυσυμπαθούμε, ακόμη κι αν κάποιες φορές μάς εκνευρίζουν. Σαν «συγγενείς» που, με τα χρόνια, τους ξέρουμε καλά, χωρίς ποτέ να τους έχουμε συναντήσει.
Σκεφτόμουν αυτά με αφορμή τον θάνατο του Γιώργου Παπαδάκη. Που, επιπλέον, είχε και μια έντονη δραματουργική διάσταση. Τον άνθρωπο που άντεξε, επί δεκαετίες, να ξυπνάει καταμεσής της νύχτας για να είναι συνεπής στο ραντεβού του με τους τηλεθεατές πριν από τα χαράματα, που έχει στο ενεργητικό του πολλές χιλιάδες ώρες «ζωντανά» στον τηλεοπτικό αέρα, τον πρόδωσε η καρδιά του όταν αποφάσισε να ξεκουραστεί, να απολαύσει κανονικά ωράρια και εικοσιτετράωρα χωρίς εντάσεις. Σύμπτωση, θα πει κάποιος. Ναι, αλλά ίσως και μια ένδειξη ότι κάποιοι άνθρωποι δεν αντέχουν να μην κάνουν αυτό που οι υπόλοιποι απορούμε πώς αντέχουν να το κάνουν.
Ο Γιώργος Παπαδάκης, η Ελένη Μενεγάκη, ο Νίκος Χατζηνικολάου, ο Νίκος Ευαγγελάτος, η Ρούλα Κορομηλά και άλλοι έχω την αίσθηση ότι «κυκλοφορούν» εδώ και χρόνια μέσα στο σπίτι μου. Ή, μάλλον, σαν να υπήρχαν εκεί από πάντα. Δεν θυμάμαι πότε πρωτομπήκαν, πάντως κάποιοι σίγουρα πριν αγοράσω τον πράσινο καναπέ που πλέον βουλιάζει και πρέπει να τον αλλάξω. Δεν θυμάμαι από ποιο κανάλι άρχισαν, σε ποιο συνέχισαν, σε ποιο κατέληξαν, η διαφορά άλλωστε – στις περιπτώσεις που υπήρξε – δεν ήταν παρά ένα σηματάκι ψηλά, στην άκρη της οθόνης, σημασία έχει ότι υπερέβησαν το μέσον. Τους θυμάμαι ωστόσο να σχολιάζουν το «βρώμικο ’89», τη νοσηλεία του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ωνάσειο, τον θάνατο της Αλίκης Βουγιουκλάκη, τον πόλεμο στο Ιρακ, την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, την οικονομική κρίση, τα Μνημόνια, ορκωμοσίες, διαδηλώσεις, κηδείες, γάμους και βαφτίσια. Ακόμη και αν δεν παρακολουθούσα τις εκπομπές, η φωνή τους έφτανε ως εμένα, την ώρα που έφτιαχνα τον καφέ μου, που έπλενα πιάτα, που έκανα μπάνιο. Τους άκουγα να νευριάζουν, να συγκινούνται, να ενθουσιάζονται, να γελάνε, να δακρύζουν.
Με αυτούς τους ανθρώπους μεγαλώσαμε μαζί – μην πω γεράσαμε. Κι όπως δεν έχουμε απόλυτη συνείδηση των αλλαγών στη δική μας όψη, έτσι δεν έχουμε και στη δική τους. Μέχρι που θα έρθει εκείνη η στιγμή, ένα φευγαλέο βλέμμα στον καθρέφτη, μια αφηρημένη ματιά στην τηλεόραση. Τότε που το «πώς μεγάλωσε ο Παπαδάκης» και το «πώς μεγάλωσα εγώ» σηματοδοτούν το ίδιο ακριβώς συναίσθημα.
Ραντεβού
Εχει συμβεί σε αρκετές μανάδες φίλων και γνωστών, όταν πια το μυαλό τους απογειώνεται και κυκλοφορεί σε άλλους γαλαξίες. Θεωρούν ότι έχουν κάποια προσωπική σχέση, ένα είδος φλερτ, με παρουσιαστές εκπομπών και ειδήσεων. Οτι απευθύνονται σε εκείνες προσωπικά, ότι βγαίνουν στην τηλεόραση επειδή έχουν ιδιωτικό ραντεβού μαζί τους. Και αυτό τους αρέσει, τις κολακεύει, τις κάνει να αισθάνονται νέες.
Γνώριζα δυο τρεις που, την ώρα του «ραντεβού», ντύνονταν, χτενίζονταν, φορούσαν κραγιόν και κοσμήματα για να τις δει περιποιημένες ο «καλός» τους. Και αλίμονο αν τους μιλούσες εκείνη την ώρα ή περνούσες μπροστά από την τηλεόραση. Θεωρούσαν ότι τους χαλούσες το ειδύλλιο. Ολο αυτό όμως ήταν για εκείνες κίνητρο ζωής.







