To έχει συνήθεια. Ο Ντόναλντ Τραμπ, όταν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα, πριν από τη λύση αναζητά κάποιον υπεύθυνο. Για τις διαδηλώσεις που συνταράζουν τις ΗΠΑ επί ημέρες, έχει ήδη διαλέξει στόχο: «Είναι οι Antifa και η άκρα Αριστερά. Μην κατηγορείτε άλλους!» έγραψε στο Twitter το Σάββατο. Ο πρόεδρος δείχνει με το δάχτυλο ένα χαλαρό δίκτυο αντι-φασιστών ακτιβιστών, το οποίο προτίθεται να χαρακτηρίσει «τρομοκρατική ομάδα». Η απειλή αυτή διατυπώθηκε αφότου ο υπουργός Δικαιοσύνης Ουίλιαμ Μπαρ κατηγόρησε αριστερές οργανώσεις για τα επεισόδια που προκλήθηκαν από τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ. «Σε πολλά μέρη», είπε ο Μπαρ, «η βία φαίνεται να είναι οργανωμένη και να κατευθύνεται από ακραίες αριστερές, εξτρεμιστικές οργανώσεις που χρησιμοποιούν τακτικές όπως οι Antifa».

Η συνταγματικότητα της απαγόρευσης δραστηριοτήτων που προστατεύονται από την Πρώτη Τροπολογία στο εσωτερικό των ΗΠΑ βάσει της ιδεολογίας, είναι τουλάχιστον συζητήσιμη. Ο αμερικανός νόμος επιτρέπει να ορισθούν ως τρομοκρατικές μόνο ξένες οργανώσεις που δεν προστατεύονται από την τροπολογία. Ομως το πρόβλημα του Τραμπ δεν είναι μόνο ότι οι Antifa δεν είναι τρομοκράτες, αλλά και ότι δύσκολα μπορούν να χαρακτηρισθούν ως οργάνωση. Πιο πολύ αποτελούν ένα μη διαμορφωμένο κίνημα ακτιβιστών που μοιράζονται μια γενική φιλοσοφία και τακτικές. Αν και η αστυνομία στις ΗΠΑ υποστηρίζει ότι κάποιοι αντιφασίστες ακτιβιστές είναι οργανωμένοι σε ομάδες σε τοπικό επίπεδο, οι Antifa δεν αποτελούν οργάνωση με κεντρική ηγεσία, ιεραρχία και καθορισμένη δομή. Είναι αδύνατον να γνωρίζουμε πόσα μέλη υπάρχουν, ούτε καν να ορισθεί εάν κάποιος είναι μέλος.

Δεν υπάρχει ένα κοινά αποδεκτό καταστατικό ή κατάλογος θέσεων. Οι αντιφασίστες μοιράζονται κοινούς σκοπούς όπως η μάχη εναντίον του ρατσισμού, της ομοφοβίας, της ξενοφοβίας και γενικά η προστασία των πιο αδύναμων ή περιθωριοποιημένων ομάδων του πληθυσμού. Ακτιβιστές των Antifa έχουν συνδεθεί με κινήματα όπως το «Καταλάβετε την Ουόλ Στριτ» και το «Οι ζωές των μαύρων έχουν αξία».

Η λέξη Antifa, σύμφωνα με το λεξικό Merriam-Webster χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1946, σε αντίθεση με τον ναζισμό μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ομως στις ΗΠΑ, ο όρος ακούγεται περισσότερα τα τελευταία χρόνια, για να αποδώσει ένα ευρύ φάσμα αντι-φασιστικών κινημάτων που έκανε εμφανή την παρουσία του μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία το 2016. Ηταν μια αντίδραση στην άνοδο της λεγόμενης «εναλλακτικής Δεξιάς» που στήριξε τον Τραμπ.

«Οι αντιφασίστες πραγματοποιούν έρευνες για την Ακροδεξιά στο Διαδίκτυο, προσωπικά και κάποιες φορές μέσω διείσδυσης στις οργανώσεις τους. Θέλουν να τους εκθέσουν, ενημερώνουν τους οικείους τους, πιέζουν τα αφεντικά τους να τους απολύσουν και ζητούν να ακυρωθούν διοργανώσεις που τους προσκαλούν», εξηγεί ο καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Ντάρμουθ, Μαρκ Μπρέι. Υπάρχουν, όμως είναι αδύνατον να γίνει λόγος για εθνική οργάνωση, όπως υπονόησε ο Τραμπ.