Στον Γιάννη Πατσώνη

 

Τέλη της δεκαετίας του '50. Το 1955 ίσως. Αρχή του χειμώνα, αλλά μπορεί και στο ξεπροβόδισμά του, και μπορώ να το υποθέσω κάπως βάσιμα αυτό όχι μοναχά από το χοντρό φόρεμα της έφηβης που φαίνεται να έχει αποκοιμηθεί πάνω στο νταούλι, αλλά και γιατί το γλέντι γίνεται μέσα, στη «Λέσχη».

Μου προκαλούσε πάντοτε απορία αυτή η φωτογραφία τής, νεαρής τότε, θείας μου Αλεξάνδρας. Εχει γείρει πάνω στο δεξί της μπράτσο περνώντας το υπόλοιπο χέρι της πάνω από το κεφάλι σαν να πασχίζει να φυλαχτεί, να καλύψει το αφτί της ή και ν' αποφύγει το φως. Το άλλο της χέρι το χρησιμοποιεί επιτηδείως σαν αντιστήριγμα. Το πρόσωπό της μοιάζει ήρεμο, ατάραχο, παραδομένο... Δίπλα της ο νταουλτζής, σε ρόλο εποπτεύοντος, υπομειδιά. Πώς γίνεται, αναρωτιόμουν, να αποκοιμιέται κανείς έτσι και μάλιστα μπροστά σε τόσο κόσμο;

Είχα κάποτε υποθέσει πως ίσως να προσποιούνταν αυτόν τον ύπνο, επί τούτου - «για να τους χαλάσει το γλέντι» - εξαιτίας της ασυμμάζευτης, αξιολάτρευτης ωστόσο, αυθάδειας και ακατσωτιάς που την έδερνε από μικρή. Μου έχουν διηγηθεί πως ο τσιόρμανος αυτός είχε καταφέρει κάποτε να εκδιώξουν από έναν αρραβώνα, τον μπαρμπα-Αποστόλη «τον αγριάνθρωπο», έναν καθ' όλα φιλήσυχο και αγαθό γέροντα σε πείσμα του παρονόματος που του είχαν κολλήσει, επειδή ο καημένος άρχισε να βήχει κάπως πυκνά, προβάλλοντας σθεναρά την πεποίθησή της πως αυτός οπωσδήποτε θα πέθαινε από ώρα σε ώρα και θα τους χαλούσε τη μέρα.

Ο Νίκος Αδαμόπουλος ή Τσαφλιάνης, ο σπουδαίος κλαριντζής με καταγωγή από το Πωγώνι, που με την πενταμελή ορχήστρα του (δεύτερο κλαρίνο, κορνέτα, τρομπόνι, νταούλι) πλαισίωνε αποκλειστικά όλες τις μουσικές βραδιές στην περιοχή, ακόμα και τις παρελάσεις των εθνικών επετείων στο Αργος Ορεστικό, τον τόπο της κατοικίας του (αφού η Μεραρχία δεν διέθετε τότε ακόμα δική της μπάντα), υποθέτω θα παρακολουθούσε με απορία το απρόοπτο περιστατικό.

Θα είχε ίσως ξεκινήσει το γλέντι με τίποτα αργά επιτραπέζια, νυφιάτικα δρομικά και συγκαθιστά ηπειρώτικα, θα το γύριζε σε χαβάδια Πωγωνίσια, νουμπέτια και μπεράτια. Και θα κόρωνε αργότερα το γλέντι με γρήγορα συρτά και ανάμεσα κλέφτικα και αρβανίτικα τσάμικα. Και ξάφνου αυτό...

Ο μικρόσωμος, και μάλλον εύθραυστος, Τσαφλιάνης κατοικούσε στις παρυφές της κωμόπολης, πολύ κοντά στην πλατεία, σ' ένα χαμηλό και ταπεινό κατάλυμα. Ενα παράθυρο έβλεπε στον δρόμο και στο απέναντι Δημοτικό Σχολείο. Περνούσα συχνά τις χειμωνιάτικες μέρες από κει, τραβώντας, μέχρι να 'ρθει η ώρα για το σχολειό, να βρω ζεστασιά στο σπίτι συγγενών μου αντί να ξεπαγιάζω στην πλατεία όπου μας ξεφόρτωνε προτού ακόμα να φέξει, από τις εφτά, το λεωφορείο του ΚΤΕΛ.

Κάποτε, είχε χιονίσει αποβραδίς και μέχρι το πρωί πάγωσαν τα πάντα. Ζάχαρη τρίβονταν το χιόνι κάτω από τα βήματα των περαστικών και τα συχνογλιστρήματά τους ακούγονταν λες και περνούσαν καλιγωμένα άλογα. Περνώντας σιμά στο παράθυρο άκουσα το κλαρίνο του Τσαφλιάνη. Επαιζε ένα αργόσυρτο και πονεμένο κερατζίδικο που έμοιασε δώρο ανεκτίμητο εκείνη την παράξενη ώρα. Απόμεινα ν' ακούω τον κυματισμό, την πνοή που ελευθέρωνε εκείνο το μικρό στήθος, το στεγνό και σφιγμένο στόμα, τα λεπτά χείλη που αγκάλιαζαν το επιστόμιο του οργάνου σκορπίζοντάς τα στον κόσμο σαν θαύμα λεπτότητος, ανασαμού ποιητικού και αρμονίας. Εντυπώθηκε στον νου μου τόσο έντονα, ώστε αργότερα, όταν διάβασα τον «Πανδρολόγο» του Σκιαθίτη, σχεδόν ταύτισα τον θρυλικό κλαριντζή της Χρούπιστας Τσαφλιάνη με τον Φιλάρετον, τον «εξαίρετον βιολιτζήν» του διηγήματος, που καθώς γύριζε από τα γλέντια όπου τον εκαλούσαν να παίξει, όρθρου βαθέος, πήγαινε στο μαγαζί του - που «ήτο καφενείον, κουρείον, και βιολιτζίδικον» - ξυπνούσε τη μητέρα του «διά ν' ανάψη φωτιάν και του ψήση καφέ», έπιανε το βιολί και άρχιζε να παίζει «καθ'

εαυτόν, διά να ευχαριστήσει τον ίδιον εαυτόν του, ένα ήχον περιπαθή, εν μέλος, εν άσμα, το οποίον μάτην θα εξήντλουν τα σβάντσικά των πας γαμβρός, και πας σύντεκνος, και όλ' οι καλεσμένοι, διά να καταφέρουν τον Φιλάρετον να το επιτύχει να τους το πει...».

(…) Δεν επρόκειτο εδώ περί χορδίσματος βιολίου ή παντός οργάνου απλώς· επρόκειτο περί χορδίσματος ανθρώπου, το οποίον είναι όλως διάφορον πράγμα.

Οταν επέστρεψαν οι χωριανοί μας, μετανάστες του πρώτου μεγάλου κύματος της φυγής στην Αμερική, έχτισαν στην πλατεία τη δική τους «Λέσχη», για να μην αναγκάζονται να βολοδέρνουν στα βρώμικα παραπήγματα που λειτουργούσαν τότε ως καφενεία. Είχαν φέρει και γραμμόφωνο από τα ξένα και δύο μπιλιάρδα με παχιά πράσινη τσόχα που τα έστησαν στο εντευκτήριό τους. Κομψευάμενοι όλοι τους με ακριβά κοστούμια, τριζάτα σκαρπίνια, παναμάδες ή ρεμπουμπλίκια, αναλόγως καιρού. Αργότερα, όταν δεν ήταν πια σε θέση να συντηρούν τη λειτουργία της «Λέσχης», έκριναν φρόνιμο να την νοικιάσουν σ' έναν καφετζή...

Αποφάσισα να ρωτήσω κάποτε τη θεία μου να μου πει τι θυμόταν για το βράδυ εκείνο. «Ολα πήγαιναν καλά», μου είπε, «μέχρι τη ώρα που ο Τσαφλιάνης το γύρισε από το Χαλασιά σ' ένα Σκάρο κι ύστερα στη γρήγορη Λόντζια. Τότε άρχισαν να πέφτουν σοβάδια και να τρέμουν τρελά τα πατώματα...».

Μετά τον μεγάλο σεισμό του 1995 στη περιοχή του Βοΐου, το κλιμάκιο των μηχανικών που έλεγξε την καταλληλότητα της «Λέσχης» βρήκε στο υπόγειο του κτιρίου, εκτός από τα δυο παρατημένα μπιλιάρδα με τις ποντικοφαγωμένες πια τσόχες τους, ένα σωρό μαδέρια και γρεντιές που στήριζαν με κάθε δυνατό τρόπο το πάτωμα. Αλλα, προφανώς εφεδρικά, ήταν αραδιασμένα κατά γης, μαζί μ' ένα σωρό από σφήνες και τάκους. «Το υπόγειο θύμιζε», είπαν, «κανονική στοά ορυχείου...».

Εκείνο το βράδυ ο καφετζής, μόλις αντιλήφθηκε το επείγον του πράγματος, έκανε νόημα στα όργανα να πάψουν κι έστειλε την Αλεξάνδρα «να πιάσει στασίδι» εκεί που τη συνέλαβε ο φακός. Ο ίδιος, μαζί μ' έναν ταγματάρχη του Μηχανικού, κατέβηκε στο υπόγειο για τις αναγκαίες υποστυλώσεις. Το γλέντι λίγο μετά συνεχίστηκε κανονικά με τη Λόντζια. Η Αλεξάνδρα έσυρε πρώτη τον χορό.