«Εχετε plan Β αν ο Καμμένος αποχωρήσει και πάρει τους υπουργούς του;» ρώτησαν οι κοινοβουλευτικοί συντάκτες τον Πρωθυπουργό. «Οχι ρε παιδιά! Πού να πάει; Μην ανησυχείτε» αποκρίθηκε εκείνος. Η απάντησή του – κυρίως λόγω ύφους – εκλήφθηκε από ορισμένους ως απόπειρα υποβάθμισης του αριθμητικού προβλήματος που φαίνεται ότι θα αντιμετωπίσει η κυβέρνηση στην ψηφοφορία για τις Πρέσπες – τώρα που ένα ακόμη από τα κουκιά χάθηκε, προσχωρώντας στη ΝΔ. Για την εκτίμηση του μεγέθους του τσιπρικού προβλήματος, ωστόσο, έχουν αξία κι όσα εκτυλίχθηκαν εκτός του συγκεκριμένου πλάνου. Πέντε λεπτά πριν γίνει η παραπάνω στιχομυθία κάποιοι είδαν τον Πάνο Καμμένο να μπαίνει στον διάδρομο που οδηγεί στο πρωθυπουργικό γραφείο στη Βουλή. Αγνωστο αν συναντήθηκαν. Είτε τα είπαν, πάντως, είτε δεν τα είπαν, το τσιπρικό «πού να πάει;» λέει πολλά. Διαβάζοντάς το κανείς μέσα από το πρίσμα της σχέσης των δύο ανδρών, θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει ως ειλικρινή αντίδραση. Ειλικρινή επειδή λαμβάνει υπόψη ότι ο Ανεξάρτητος Ελληνας δεν πήγε πουθενά όταν η παρούσα συγκυβέρνηση ψήφιζε τρίτο Μνημόνιο.

Κατανόηση

Εντάξει, υπάρχει το επιχείρημα πως το Μακεδονικό αγγίζει ευαίσθητες χορδές όσων ψηφοφόρων τού έχουν απομείνει. Το αντιμνημονιακό μένος, όμως, ήταν συστατικό στοιχείο της ύπαρξης των ΑΝΕΛ. Το καμμενικό κόμμα απέκτησε κοινοβουλευτική υπόσταση εμφανιζόμενο ως κατήγορος όσων ψήφιζαν Μνημόνια «στα τέσσερα». Κι όμως, απαρνήθηκε με μεγάλη ευκολία τον ίδιο του τον εαυτό. Αρα, μπορεί να το επαναλάβει. Οι πολιτικές δικαιολογίες βρίσκονται εύκολα. Εξάλλου, οι μόνοι θεσμικά αποδεκτοί τρόποι να χαθεί η δεδηλωμένη είναι μια πρόταση μομφής ή να ζητήσει ο Πρωθυπουργός ψήφο εμπιστοσύνης. Ποιος ποντάρει ότι σε μια τέτοια ψηφοφορία ο Καμμένος δεν θα στηρίξει την κυβέρνηση, ακόμη κι αν για επικοινωνιακούς λόγους έχει παραιτηθεί του υπουργικού του θώκου; Κανείς. Κι αυτό το ξέρει καλύτερα από όλους ο πιο στενός του συνεργάτης, ο Τσίπρας – που μοιάζει να κατανοεί τις εκλογικές ανησυχίες του συνοδοιπόρου του. Πάντα, άλλωστε, του έδινε τον χώρο να χαϊδεύει τ’ αφτιά του ακροατηρίου του. Μάλλον το γνωρίζουν και στην αντιπολίτευση, αφού στις κατ’ ιδίαν συνομιλίες τους οι περισσότεροι βλέπουν εκλογές τον Μάιο. Οχι τον Μάρτιο.