Ενώ κάθε μέρα μάς επιφυλάσσει νέες δυσάρεστες εκπλήξεις από τη συνεχιζόμενη σύρραξη των ΗΠΑ με το Ιράν, σε σημείο να έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα οι τραγωδίες στην Ουκρανία, στη Γάζα και στην Παλαιστίνη, στον Λίβανο, εφιαλτικές μνήμες από το παρελθόν έχουν αρχίσει να ξυπνούν.
Στη χώρα μας ζωντανές είναι ακόμη οι μνήμες της Κατοχής. Τώρα ήδη οι πρώτες επιπτώσεις της τεταμένης ατμόσφαιρας που βιώνουμε γίνονται δυσοίωνα αισθητές και στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ απλώνονται σταδιακά σε όλες σχεδόν τις ηπείρους.
Το κόστος της ενέργειας εκτινάσσεται, η παραγωγή σε όλα τα επίπεδα συρρικνώνεται, οι αλυσίδες εφοδιασμού πιέζονται, με αποτέλεσμα να φουντώνει ο πληθωρισμός: η μάστιγα που πλήττει την καθημερινότητα των πολιτών και ανατρέπει το βιοτικό τους επίπεδο.
Ο πληθωρισμός του Μαρτίου στην Ελλάδα ήταν στο 3,9%, έναντι του 3,1% του Φεβρουαρίου. Το 2025 είχε κλείσει με 2,6% (Δεκέμβριος – ετήσια βάση). Τότε, η κυρίως επενέργεια της κρίσης λόγω ενεργειακών τιμών, μόλις που άρχιζε να γίνεται αισθητή! Από πολλές πλευρές επισημαινόταν ότι η όποια αύξηση είχε τροφοδοτηθεί κυρίως από το σκέλος των υπηρεσιών – με τα νοίκια να οδηγούν τον χορό. Να σημειωθεί ότι, αν επαληθευθούν δυσμενή σενάρια – το είδαμε στην τριμηνιαία Εκθεση του ΙΟΒΕ –, μέχρι κι ένα 4,5% μπορεί να βρίσκεται στον ορίζοντα.
Την ίδια στιγμή, σε επίπεδο ευρωζώνης, ο μέσος όρος πληθωρισμού για τον Μάρτιο 2026 βρισκόταν στο 2,6%. Και εδώ παρατηρήθηκε η ίδια ανοδική τάση, πάλι με την ενέργεια να οδηγεί την αύξηση. Ομως οι δικές μας επιδόσεις εμφανώς «ξεχωρίζουν».
Οπότε η συζήτηση για την ολιγοπωλιακή οργάνωση των αγορών στη χώρα μας δύσκολα πλέον αποφεύγεται. Και δεν είναι μια θεωρητική μόνο συζήτηση.
Χαρακτηριστικό: η παλιότερη πολιτική πρακτική, να διακηρύσσεται ότι «ο πληθωρισμός είναι εισαγόμενος», έχει πάει πίσω. Το ίδιο ισχύει και για τη δικαιολογία των κυβερνήσεων ότι «δεν φταίμε εμείς».
Ο τρόπος με τον οποίο όσοι είναι αρμόδιοι για τη χάραξη πολιτικής μέσα (και σε αυτήν) την κρίση εξηγούν προς την κοινή γνώμη ότι «όλα θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ» ή πάλι από τη συνεχιζόμενη ή μη αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ισραήλ με το Ιράν, δείχνει πόσο σημαντική θεωρείται η πληθωριστική απειλή. Γιατί όταν πολιτικοί, κεντρικοί τραπεζίτες, υψηλοί τεχνοκράτες, στελέχη διεθνών οργανισμών και οικονομικών ινστιτούτων χρησιμοποιούν τη διατύπωση «εξαρτάται», εκείνο που κάνουν ουσιαστικά είναι να τροφοδοτούν την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια. Και αυτή είναι η κυριότερη μορφή κινδύνου από την τωρινή εξέλιξη.
Γιατί η διάγνωση – ότι δηλαδή από ένα ενεργειακό σοκ η βασικότερη απειλή είναι στασιμοπληθωριστική: από τη μια υπόσκαψη του ρυθμού ανάπτυξης, από την άλλη πληθωριστική επίπτωση – δημιουργεί στο αμέσως επόμενο βήμα έναν δεύτερο κύκλο πληθωρισμού.Πώς; Οταν σε οικονομίες εξασθενημένες ήδη από τα προηγούμενα κύματα κρίσεων (χρηματοπιστωτική, της πανδημίας, του πολέμου στην Ουκρανία) προστεθούν ήδη οι υψηλές τιμές καυσίμων, ύστερα λιπασμάτων, στη συνέχεια των πάντων (το είδαμε ήδη στα ράφια), δεν υπάρχει κυβέρνηση που δεν θα δώσει στήριξη. Στην αντλία, στο ρεύμα, στη θέρμανση του επόμενου χειμώνα. Και οι πληθωριστικές προσδοκίες θα αρχίσουν να ξαναφουντώνουν.
Μπορεί αλλού η πατέντα ονομασίας των -Pass να μην υπάρχει, όμως οι πρακτικές δεν διαφέρουν. Ο,τι και να πουν οι κεντρικοί τραπεζίτες, ό,τι κήρυγμα για αυτοσυγκράτηση κι αν κάνουν οι Βρυξέλλες, η δεύτερη και η τρίτη πηγή ενίσχυσης του πληθωρισμού βρίσκονται μπροστά μας. Και ποιος θα τολμήσει να πει «όχι» στη διεκδίκηση μισθολογικών αυξήσεωνστην εκλογική χρονιά που θα είναι το 2027 – και όχι μόνο στην Ελλάδα.
Σ’ αυτό λοιπόν το φόντο είναι που εγγράφονται τα νεότερα μέτρα στήριξης που αναγγέλθηκαν μεσοβδόμαδα από την κυβέρνηση. Εκφράσεις όπως υπερπλεόνασμα και υπεραπόδοση της οικονομίας συνόδευσαν αυτές τις αναγγελίες, μαζί με την αναφορά στο κόστος των 500 εκατ. ευρώ (συν 300 εκατ. στα προηγούμενα μέτρα ενίσχυσης).
Οσο για τη στάση της Ευρωπαϊκής Ενωσης απέναντι στην εξέλιξη του ως εκ του πολέμου πληθωριστικού κύματος, κυρίως έγκειται στην παρακολούθηση του πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση. Συν, συμβουλή τα όποια μέτρα των εθνικών κυβερνήσεων να είναι στοχευμένα και όχι γενικής εφαρμογής. Η πολυσυζητημένη «ρήτρα διαφυγής» του Συμφώνου Σταθερότητας αφήνεται ως εφεδρεία. Οπως κάθε συζήτηση για κάτι σαν το Ταμείο Ανάκαμψης / κοινός δανεισμός μελλοντικά, αν τελικά προβληματίσει η κάμψη του ΑΕΠ. Αυτό είναι ίσως το Plan B στο οποίο αναφέρθηκε στη συζήτησή του με τον Αντόνιο Κόστα στο φετινό 11ο Φόρουμ των Δελφών ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Κανείς δεν είναι πρόθυμος να το πει, βέβαια, αλλά μακροπρόθεσμα «ασπίδα» στο ενδεχόμενο να επιστρέψει δριμύτερος ο πληθωρισμός, σε επίπεδο Ευρώπης όπου εν τέλει όλα θα κριθούν και για μας, είναι το – έστω και με διαδικασίες χαλάρωσης λιγότερο αυστηρό – Σύμφωνο Σταθερότητας. Μαζί με τον προσεκτικό βηματισμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Μακάρι να αντέξουν να συγκρατήσουν τα χειρότερα, μέσα στο συνεχιζόμενο επικίνδυνα θολό τοπίο.






