Να διαλέξει τον επόμενο προπονητή της εθνικής ομάδας ο Βασιλειάδης. Γιατί όχι; Αυτός αποφασίζει με πόσες ομάδες διεξάγονται τα πρωταθλήματα Α’ και Β’ Εθνικής. Αυτός κλείνει τα τηλεοπτικά συμβόλαια και στις δύο επαγγελματικές κατηγορίες. Αυτός κάνει τις διαπραγματεύσεις, αυτός πληρώνει λες και τα λεφτά της ΕΡΤ τα έχει φέρει από το σπίτι του. Αυτός αποφάσισε πόσες ομάδες θα υποβιβάζονται από τη Σούπερ Λίγκα κι όταν ο Γραμμένος δεν μπόρεσε να του κάνει το χατίρι (επειδή άλλα ο Βορράς κελεύει) θύμωσε και του ‘κοψε την καλημέρα. Οταν ο υπουργός όλα τα σφάζει και όλα τα μαχαιρώνει, τι πιο εύκολο γι’ αυτόν να βρει (τον πλέον κατάλληλο) προπονητή για την εθνική ομάδα. Μην του βάζω ιδέες όμως, γιατί είναι ικανός να το κάνει. Να μιλήσουμε σοβαρά: στον βαθμό που μπορεί να γίνει αυτό, στις συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία χρόνια στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Ρεβανσισμός

Στο ποδόσφαιρο ισχύει ό,τι και στα ζευγάρια. Ποτέ δεν φταίει ο ένας, όταν ο γάμος δεν πάει καλά. Πολλώ δε μάλλον στην μπάλα, όπου οι εμπλεκόμενοι είναι περισσότεροι. Η εικόνα της Εθνικής σε αυτά τα παιχνίδια του Nations League δεν είναι έργο ενός. Αναλαμβάνοντας η Νέα Τάξη πραγμάτων στην ΕΠΟ, έκανε με το καλημέρα επίδειξη μισαλλοδοξίας και ρεβανσισμού. «Να πάρουμε την Εθνική από το Καραϊσκάκης και να την πάμε στην Τούμπα». Να κόψουμε ντε και καλά τις ρίζες με το χθες. Κι επειδή η Τούμπα μετά τα γεγονότα στα ματς του ΠΑΟΚ με Ολυμπιακό – ΑΕΚ θα έβραζε, τη μεταφέρουμε στο «κρύο» και αχανές ΟΑΚΑ. Λεπτομέρεια, θα πεις. Το σύνολο των λεπτομερειών είναι που κάνει τη διαφορά στο ποδόσφαιρο. Πολύ περισσότερο, όταν στα καλά του καθουμένου στερείς από την ομάδα την έδρα που χρησιμοποιούσε τα τελευταία 13 χρόνια. Επειδή ό,τι έχει σχέση με τον Ολυμπιακό ενοχλεί.

Κουτουρού

Στη συνέχεια ακολουθεί η παγκόσμια πρωτοτυπία να ερωτηθούν οι ποδοσφαιριστές αν θα πρέπει να ανανεωθεί το συμβόλαιο του Σκίμπε. Ούτε στη δεκαετία του ’60. Στα προκριματικά για το Μουντιάλ του 1970, ο τότε Ομοσπονδιακός Νταν Γεωργιάδης έδιωξε (για πειθαρχικό παράπτωμα) τον Μίμη Δομάζο. Σήμερα, ο Σκίμπε, καλεί και χρησιμοποιεί τον Τζαβέλα, επειδή του έχει υποχρέωση. Και έχει εκτός ομάδας τον Σιόβα. Ενας προπονητής που υπογράφει συμβόλαιο χωρίς ρήτρα αποζημίωσης, βάζει μόνος του το πρώτο λιθαράκι για τη απαξίωσή του. Ενας προπονητής που τους βάζει όλους μέσα (και τον Φορτούνη και τον Μάνταλο και τον Πέλκα και τον Μπακασέτα) για να τα έχει με όλους καλά. Και την ομάδα να παίζει στα κουτουρού. Ξεκινάει το ματς στο Τάμπερε και βλέπεις αμυντικά χαφ, τον Πορτογάλο Ζέκα και τον 33χρονο (με όλο τον σεβασμό στην καριέρα του) Τζιόλη που αγωνίζεται στη Σαουδική Αραβία.

ΕΙΝΑΙ προφανές ότι για τον Σκίμπε δεν υπάρχουν άλλοι καλύτεροι. Κι αφού (πάντα κατά τον προπονητή) δεν υπάρχουν ούτε εξτρέμ, ιδού πεδίον δόξης λαμπρό. Να κάνουμε έλληνες Σπιριντόνοβιτς – Ποντένσε και λύθηκε το πρόβλημα. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος έχουν συμμετοχές στις μεγάλες εθνικές της πατρίδας τους. Οι δύο σκόρερ των Φινλανδών άλλωστε έλκουν τη καταγωγή τους από Σιέρα Λεόνε και Ναμίμπια. Πέρα όμως από τη έλλειψη επιθετικών (η Εθνική τελείωσε το ματς στο Τάμπερε με μηδέν τελικές εντός εστίας) η ομάδα στερείται ηγετών. Καλοί ποδοσφαιριστές υπάρχουν. Προσωπικότητες όχι. Το καλούπι που έβγαζε Δέλλα, Κατσουράνη, Καραγκούνη προφανώς έχει σπάσει. Αν συνυπολογίσουμε και την αδυναμία των ελλήνων ποδοσφαιριστών να βγάλουν δύο κολλητά παιχνίδια Παρασκευή – Δευτέρα, κατανοούμε το θέαμα: με τους Φινλανδούς να τρέχουν και τους δικούς μας να περπατάνε. Ας αναλάβει λοιπόν πρωτοβουλία ο Βασιλειάδης, να τελειώνουμε.