Ο Μάικλ Ρούμπιν, διακεκριμένος αναλυτής του Middle East Forum (MEF) και πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου, κατέθεσε στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «Τομ Λάντος» του Κογκρέσου των ΗΠΑ.
Η ακρόαση με τίτλο «Μπορεί η Τουρκία να βρει τον δρόμο της πίστης στην ελευθερία;» επικεντρώθηκε στην εδραίωση του αυταρχισμού στην Άγκυρα και την προστασία της τουρκικής δημοκρατίας. Κατά την κατάθεσή του, ο Ρούμπιν παρουσίασε μια σκληρή και αναλυτική χαρτογράφηση της σημερινής Τουρκίας. Εξήγησε πώς η καταστολή του καθεστώτος Ερντογάν έχει ξεπεράσει τα εσωτερικά σύνορα, μετατρέποντας τη χώρα σε περιφερειακό ταραχοποιό που απειλεί τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και τα συμφέροντα της Δύσης.
Η κατάθεση του Ρούμπιν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς προτείνει στην Ουάσιγκτον τη λήψη σκληρών μέτρων κατά της Άγκυρας. Ζητά την επιβολή κυρώσεων για τη θρησκευτική καταπίεση και προκρίνει τη διεθνή προστασία των ελληνορθόδοξων μνημείων, όπως η Αγία Σοφία. Παράλληλα, αποδομεί το επίσημο αφήγημα για το πραξικόπημα του 2016 και αναλύει το παρασκήνιο της χρηματοδότησης αμερικανικών πανεπιστημίων και think tanks από τουρκικά κεφάλαια, με στόχο την προώθηση της άρνησης των γενοκτονιών.
Η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία έχει επιδεινωθεί δραματικά τον τελευταίο χρόνο, μετατρέποντας τη χώρα σε ένα από τα πιο κατασταλτικά καθεστώτα παγκοσμίως. Η διολίσθηση αυτή συνιστά ευθεία απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα και την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Ο Ρούμπιν υπογράμμισε ότι η Ουάσιγκτον οφείλει να εγκαταλείψει την πολιτική του κατευνασμού και να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα με ηθική σαφήνεια, καθώς η ανοχή απέναντι στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τροφοδοτεί την ασυδοσία του.
Η ευθύνη της Ουάσιγκτον για την καταπίεση στην Τουρκία
Δύο είναι, σύμφωνα με τον Ρούμπιν, οι βασικοί λόγοι για την πρωτοφανή καταπίεση που βιώνει σήμερα η Τουρκία. Πρώτον, ο Ερντογάν ιεραρχεί την προσωπική του εξουσία και τον πλουτισμό της οικογένειάς του πάνω από το κράτος δικαίου. Ο ίδιος και η σύζυγός του, Εμινέ, έχουν μετατραπεί, όπως ανέφερε, από φτωχοί πολίτες σε πολυδισεκατομμυριούχους, με περιουσία που συνδέεται με υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος και διαφθορά.
Δεύτερον, η ευθύνη εντοπίζεται και στην αμερικανική πρωτεύουσα. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ και οι στενοί του σύμβουλοι, σύμφωνα με τον αναλυτή, έδωσαν στην Άγκυρα την εντύπωση ότι δεν θα υπάρξουν συνέπειες για τις παραβιάσεις. Η στάση του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, ο οποίος εμφανίζεται να αγκαλιάζει τον Τούρκο πρόεδρο, ενισχύει το αίσθημα ατιμωρησίας του καθεστώτος.
Το εγχειρίδιο εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων
Ο Ρούμπιν περιέγραψε τη στρατηγική του Ερντογάν για την εδραίωση του ελέγχου μέσω πολιτικών διώξεων. Η αρχή έγινε με τη σύλληψη του Σελαχατίν Ντεμιρτάς, ηγέτη του HDP, με κατηγορίες που χαρακτηρίστηκαν παράλογες. Ο πραγματικός λόγος, σημείωσε, ήταν η εκδικητικότητα του Ερντογάν, καθώς το HDP του στέρησε την αυτοδυναμία στις εκλογές του 2015.
Ακολούθησε, σύμφωνα με τον ίδιο, ο Εκρέμ Ιμάμογλου, δήμαρχος Κωνσταντινούπολης, του οποίου η νίκη έπληξε τον Ερντογάν πολιτικά και οικονομικά. Πρόσφατα, τα ελεγχόμενα δικαστήρια παρενέβησαν για να απομακρύνουν και τον Όζγκουρ Οζέλ από την ηγεσία του CHP. Ο Ρούμπιν επισήμανε ότι η σιωπή της Ουάσιγκτον απέναντι σε αυτές τις κινήσεις ερμηνεύεται από την Άγκυρα ως πράσινο φως για περαιτέρω διώξεις.
Ιστορικός αναθεωρητισμός και στοχοποίηση των Εβραίων
Ο Ρούμπιν τόνισε ότι η άρνηση των γενοκτονιών και ο ιστορικός αναθεωρητισμός στην Τουρκία έχουν φτάσει στο υψηλότερο σημείο από την εποχή της Γενοκτονίας των Αρμενίων και των Ποντίων. Κάλεσε την Ουάσιγκτον να μιλήσει ενιαία για την προστασία των περιουσιών, σχολείων και ναών των Αρμενίων και των Ελλήνων, ενώ πρότεινε να αμφισβητηθεί η κυριαρχία της Τουρκίας πάνω στα ελληνορθόδοξα μνημεία, όπως η Αγία Σοφία και η Θεολογική Σχολή της Χάλκης.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι ο Ερντογάν χρησιμοποιεί τον αντισημιτισμό για να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη. Η ρητορική μίσους στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, σημείωσε, θυμίζει τη ναζιστική προπαγάνδα, ενώ οι Εβραίοι της Τουρκίας ζουν ουσιαστικά υπό καθεστώς φόβου.
Το πραξικόπημα του 2016 και η «Πυρκαγιά του Ράιχσταγκ»
Ο Ρούμπιν χαρακτήρισε το πραξικόπημα του 2016 ως «δώρο Θεού» για τον Ερντογάν, υποστηρίζοντας ότι χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για την αυταρχική στροφή. Επισήμανε ότι η λίστα των πραξικοπηματιών ήταν προετοιμασμένη εκ των προτέρων και περιλάμβανε ακόμη και νεκρούς στρατιώτες. Κατηγόρησε τη SADAT, ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας, για εμπλοκή στους θανάτους πολιτών, ζητώντας τον χαρακτηρισμό της ως ξένης τρομοκρατικής οργάνωσης.
Ο ίδιος ανέφερε ότι η προσωπική στοχοποίηση όσων ασκούν κριτική είναι καθημερινότητα στην Τουρκία. Ο ελεγχόμενος Τύπος, όπως είπε, έχει στοχοποιήσει και τον ίδιο με ψευδείς κατηγορίες.
Η ανάγκη για ειρήνη με τους Κούρδους
Ο Ρούμπιν υπογράμμισε ότι η αμερικανική πολιτική απέναντι στους Κούρδους είναι λανθασμένη από το 1997, όταν το PKK εντάχθηκε στη λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων. Ανέφερε ότι η οργάνωση έχει εξελιχθεί και πως η διάλυση του PKK το 2025 θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία για ειρήνη, την οποία ο Ερντογάν δεν αξιοποίησε.
Τόνισε επίσης ότι η απελευθέρωση του Αμπντουλάχ Οτσαλάν είναι προϋπόθεση για σταθερότητα και συμφιλίωση, προτείνοντας την απομάκρυνση του PKK από τη λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων των ΗΠΑ, ώστε να διευκολυνθεί ο διάλογος.
Η χρηματοδότηση των αμερικανικών δεξαμενών σκέψης
Ο Ρούμπιν κατήγγειλε ότι πολλά αμερικανικά πανεπιστήμια και think tanks έχουν δεχθεί τουρκικές χρηματοδοτήσεις, υπονομεύοντας την αξιοπιστία τους. Υπενθύμισε το σκάνδαλο του Πρίνστον το 1995 με τον καθηγητή Χιθ Λόουρι και σημείωσε ότι σήμερα η πρακτική αυτή συνεχίζεται με στόχο την προώθηση φιλοτουρκικών θέσεων.
Κατά τον αναλυτή, η παράβλεψη της κρίσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία είναι κοντόφθαλμη, καθώς τα αυταρχικά καθεστώτα οδηγούνται πάντα στο χάος. «Δεν θα υπάρξει ποτέ ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο ή στον Νότιο Καύκασο αν η Τουρκία δεν συμφιλιωθεί με τους πολίτες της», κατέληξε ο Ρούμπιν.







