Συρρίκνωση του ΑΕΠ, πτώση της κατανάλωσης, επιβράδυνση των επενδύσεων και αναζωπύρωση του πληθωρισμού συνθέτουν ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό σκηνικό για τη γαλλική οικονομία, με τους αναλυτές να προειδοποιούν ότι η χώρα ενδέχεται να γίνει η πρώτη μεγάλη οικονομία της Ευρώπης που θα εισέλθει σε τεχνική ύφεση μέσα στο 2026.
Η γαλλική οικονομία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τη σοβαρότερη δοκιμασία της από την περίοδο της πανδημίας, καθώς τα τελευταία στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η αναπτυξιακή δυναμική της χώρας εξασθενεί με ταχείς ρυθμούς. Η επιδείνωση του οικονομικού κλίματος, η υποχώρηση της κατανάλωσης, η κάμψη των επιχειρηματικών επενδύσεων και η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων δημιουργούν πλέον σοβαρές ανησυχίες ότι η Γαλλία ενδέχεται να εισέλθει σε τεχνική ύφεση, καθιστάμενη η πρώτη από τις τέσσερις μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης που θα βρεθεί σε αυτή τη θέση.
Η αναθεώρηση των στοιχείων για το πρώτο τρίμηνο του έτους αποτέλεσε ισχυρό πλήγμα για τις προσδοκίες ανάκαμψης. Το γαλλικό ΑΕΠ κατέγραψε τελικά συρρίκνωση κατά 0,1%, έναντι αρχικής εκτίμησης για μηδενική μεταβολή. Πρόκειται για την πρώτη αρνητική τριμηνιαία επίδοση μετά την πανδημική κρίση και μια εξέλιξη που τοποθετεί τη Γαλλία σαφώς πίσω από τις υπόλοιπες μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης. Την ίδια περίοδο, η Ισπανία εμφάνισε ανάπτυξη 0,6%, η Γερμανία 0,3% και η Ιταλία 0,2%.
Η υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας οφείλεται σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία παραδοσιακά αποτελεί βασικό πυλώνα της γαλλικής οικονομίας, υποχώρησε αισθητά, καθώς τα νοικοκυριά περιόρισαν τις δαπάνες τους εν μέσω αυξανόμενης αβεβαιότητας. Παράλληλα, οι επιχειρηματικές επενδύσεις κατέγραψαν πτώση, ενώ και το εξωτερικό εμπόριο επιβάρυνε την ανάπτυξη, καθώς οι εξαγωγές σημείωσαν σημαντική κάμψη.
Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι η αδυναμία της οικονομίας είχε αρχίσει να διαφαίνεται ήδη από τις αρχές του έτους, ωστόσο η κλιμάκωση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή και η ενεργειακή αναταραχή που ακολούθησε επιδείνωσαν σημαντικά την κατάσταση. Η άνοδος των διεθνών τιμών της ενέργειας επηρέασε τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής και περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.
Τα στοιχεία των τελευταίων μηνών αποτυπώνουν με σαφήνεια αυτή την επιδείνωση. Η κατανάλωση αγαθών σημείωσε αισθητή πτώση τον Απρίλιο, ενώ η μείωση ήταν ιδιαίτερα έντονη στον τομέα της ενέργειας. Οι δαπάνες για καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα και άλλα ενεργειακά προϊόντα περιορίστηκαν, όχι επειδή μειώθηκαν οι ανάγκες των νοικοκυριών, αλλά επειδή το αυξημένο κόστος ανάγκασε πολλούς καταναλωτές να περιορίσουν την κατανάλωσή τους.
Παράλληλα, η αγορά διαρκών καταναλωτικών αγαθών παρουσίασε σημαντική επιβράδυνση, ένδειξη ότι οι Γάλλοι πολίτες αναβάλλουν σημαντικές αγορές εξαιτίας της αβεβαιότητας για το μέλλον. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε τον Μάιο στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών, με τα νοικοκυριά να εμφανίζονται ολοένα και πιο απαισιόδοξα για την οικονομική τους κατάσταση και τις προοπτικές της χώρας.
Η επιδείνωση αυτή έχει οδηγήσει πολλούς αναλυτές να εξετάζουν πλέον ανοιχτά το ενδεχόμενο τεχνικής ύφεσης. Σύμφωνα με τον διεθνή ορισμό, μια οικονομία θεωρείται ότι βρίσκεται σε τεχνική ύφεση όταν καταγράφει δύο συνεχόμενα τρίμηνα αρνητικής ανάπτυξης. Δεδομένου ότι το πρώτο τρίμηνο ήταν ήδη αρνητικό, ακόμη και μια μικρή νέα υποχώρηση του ΑΕΠ κατά το δεύτερο τρίμηνο θα αρκούσε για να ενεργοποιήσει αυτόν τον χαρακτηρισμό.
Οι περισσότερες προβλέψεις συγκλίνουν στο ότι η ανάπτυξη κατά το δεύτερο τρίμηνο θα κινηθεί γύρω από το μηδέν ή ελαφρώς χαμηλότερα. Αν και δεν αποτελεί ακόμη το βασικό σενάριο όλων των επενδυτικών οίκων, οι κίνδυνοι έχουν αυξηθεί αισθητά. Η κατάσταση θεωρείται ιδιαίτερα ευαίσθητη καθώς η γαλλική οικονομία δεν διαθέτει σημαντικά περιθώρια δημοσιονομικής στήριξης.
Η κυβέρνηση είχε θέσει ως στόχο ανάπτυξη κοντά στο 0,9% για το σύνολο του έτους. Ωστόσο, με βάση τα σημερινά δεδομένα, ο στόχος αυτός φαντάζει πλέον εξαιρετικά δύσκολος. Αρκετοί οικονομολόγοι εκτιμούν ότι ακόμη και μια επίδοση κοντά στο 0,6% θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχία υπό τις παρούσες συνθήκες.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο εξαιτίας της παράλληλης ανόδου του πληθωρισμού. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές υφέσεις, όπου η πτώση της ζήτησης περιορίζει τις τιμές, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με φαινόμενα που θυμίζουν στασιμοπληθωρισμό. Ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε εκ νέου, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο ετών.
Οι τιμές της ενέργειας αποτελούν τον βασικό παράγοντα της νέας ανόδου. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους ξεπέρασε το 16% σε ετήσια βάση, ενώ ανοδικές πιέσεις καταγράφονται και στον τομέα των υπηρεσιών. Αν και οι τιμές των βιομηχανικών προϊόντων παραμένουν σχετικά συγκρατημένες και τα τρόφιμα δεν παρουσιάζουν τις εκρηκτικές αυξήσεις που παρατηρήθηκαν την περίοδο 2022-2023, η συνολική εικόνα παραμένει ανησυχητική.
Η επιχειρηματική δραστηριότητα επιβεβαιώνει επίσης τη γενικευμένη επιβράδυνση. Οι δείκτες οικονομικού κλίματος καταγράφουν τις μεγαλύτερες απώλειες των τελευταίων ετών, με τον τομέα των υπηρεσιών να εμφανίζει ιδιαίτερη αδυναμία. Οι επιχειρήσεις αναφέρουν αυξημένο κόστος λειτουργίας, περιορισμένη ζήτηση και αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές επενδυτικές αποφάσεις.
Το πολιτικό περιβάλλον δυσχεραίνει περαιτέρω τις προσπάθειες ανάκαμψης. Η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και αυξανόμενο δημόσιο χρέος, ενώ ταυτόχρονα διαθέτει περιορισμένα μέσα για τη στήριξη της οικονομίας. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να αυξάνεται τα επόμενα χρόνια, ξεπερνώντας το 120% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τα όρια που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες.
Με τις προεδρικές εκλογές του 2027 να πλησιάζουν και το πολιτικό σκηνικό να παραμένει κατακερματισμένο, οι οικονομικές εξελίξεις αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, η αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και η αποφυγή μιας βαθύτερης ύφεσης αναμένεται να αποτελέσουν τα κεντρικά ζητήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης τους επόμενους μήνες.
Παρά τις δυσκολίες, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η Γαλλία δεν βρίσκεται ακόμη μπροστά σε μια βαθιά και παρατεταμένη οικονομική κρίση. Η αγορά εργασίας εξακολουθεί να εμφανίζει σχετική ανθεκτικότητα, ενώ η κατανάλωση δεν έχει καταρρεύσει πλήρως. Ωστόσο, η πιθανότητα τεχνικής ύφεσης θεωρείται πλέον απολύτως ρεαλιστική και οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί για το αν η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης θα καταφέρει να αποφύγει μια νέα περίοδο οικονομικής συρρίκνωσης ή αν θα αποτελέσει τον πρώτο μεγάλο ευρωπαϊκό «ασθενή» της νέας ενεργειακής και γεωπολιτικής κρίσης.








