Η αυξανόμενη ανισότητα, η δημοσιονομική πίεση λόγω χρέους και οι περιβαλλοντικές κρίσεις συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα που απειλεί τη συνοχή των κοινωνιών και την ίδια τη λειτουργία των δημοκρατιών.
Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα της διεθνούς συνάντησης Impact Exchange, που πραγματοποιήθηκε στη Γενεύη, συγκεντρώνοντας περίπου 90 εκπροσώπους κρατών, διεθνών οργανισμών, κοινωνίας των πολιτών και ειδικών, με στόχο την προώθηση μιας νέας προσέγγισης: της οικονομίας που βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η αναπληρώτρια Ύπατη Αρμοστής του Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Nada Al-Nashif, προειδοποίησε ότι η παγκόσμια οικονομική κατάσταση επιδεινώνεται με ταχείς ρυθμούς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, 3,4 δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε χώρες που δαπανούν περισσότερους πόρους για την εξυπηρέτηση του χρέους παρά για την υγεία ή την εκπαίδευση, ενώ η λιτότητα ενδέχεται να επηρεάσει έως και το 85% του παγκόσμιου πληθυσμού.
Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε περαιτέρω περικοπές κοινωνικών δαπανών και επενδύσεων σε κρίσιμους τομείς, όπως η κοινωνική προστασία και το περιβάλλον.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε η έννοια της «οικονομίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ένα πλαίσιο που επιχειρεί να μεταφράσει τις διεθνείς υποχρεώσεις των κρατών σε συγκεκριμένες οικονομικές πολιτικές.
Η προσέγγιση αυτή περιλαμβάνει εργαλεία όπως προοδευτική φορολογία, κοινωνικά προσανατολισμένο προϋπολογισμό, ενίσχυση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας και διαχείριση του χρέους με γνώμονα τα δικαιώματα των πολιτών. Στόχος είναι η μετατόπιση της οικονομικής διακυβέρνησης από τη μεγιστοποίηση της ανάπτυξης προς τη διασφάλιση της ευημερίας και της ισότητας.
Η Claudia Fuentes Julio, εκπροσωπώντας τη Χιλή και ως αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπογράμμισε ότι η κοινωνική ανισότητα περιορίζει τις ευκαιρίες και υπονομεύει την κοινωνική συνοχή.
Παρουσίασε συγκεκριμένα μέτρα που εφαρμόζονται στη χώρα της, όπως αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, καθολική εγγυημένη σύνταξη, διεύρυνση της δωρεάν πρόσβασης στη δημόσια υγεία και ενίσχυση των οικογενειακών επιδομάτων. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στην εισαγωγή προϋπολογισμών με βάση το φύλο και στη δημιουργία εθνικών συστημάτων φροντίδας.
Αντίστοιχα, εκπρόσωποι από τη Γκάμπια, όπως ο Cherno Marenah, ανέδειξαν πρακτικές διαφάνειας και κοινωνικά στοχευμένων πολιτικών, όπως η κατάργηση φόρων σε προϊόντα υγιεινής για γυναίκες, ενισχύοντας άμεσα τα δικαιώματα υγείας. Από την πλευρά της Μαλαισία, η Nadzirah Osman τόνισε ότι οι ανισότητες δεν είναι τυχαίες, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, δομικών εμποδίων και άνισης πρόσβασης σε πόρους.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Ισπανία και η Πορτογαλία παρουσίασαν πολιτικές που συνδυάζουν προοδευτική φορολόγηση, κοινωνική προστασία και διεθνή συνεργασία για την ελάφρυνση του χρέους.
Η Miryam Naveiras ανέδειξε τη σημασία νέων δεικτών πέρα από το ΑΕΠ, ενώ η Joana Fisher υποστήριξε την ανάγκη μεταρρυθμίσεων σε διεθνείς οργανισμούς και χρηματοπιστωτικούς θεσμούς.
Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεων ήταν η ανάγκη αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.
Εκπρόσωποι κρατών και οργανισμών, όπως η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη και ο Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, υπογράμμισαν ότι η αντιμετώπιση της ανισότητας απαιτεί συντονισμένες παγκόσμιες παρεμβάσεις: δικαιότερη φορολόγηση, μεταρρύθμιση του διεθνούς εμπορίου, αύξηση της χρηματοδότησης για ανάπτυξη και ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους.
Ο Mxolisi Nkosi από τη Νότια Αφρική επισήμανε ότι η βιώσιμη ειρήνη και ανάπτυξη δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς την αντιμετώπιση των δομικών αδικιών που αναπαράγουν τη φτώχεια. Η έννοια της οικονομίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρουσιάστηκε ως ένα συνεκτικό πλαίσιο που μπορεί να γεφυρώσει τα χάσματα και να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής.
H συζήτηση στη Γενεύη κατέδειξε ότι, ακόμη και σε περιόδους δημοσιονομικής στενότητας, οι πολιτικές που βασίζονται στα ανθρώπινα δικαιώματα μπορούν να οδηγήσουν σε απτά αποτελέσματα.
Η ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας, η διαφάνεια στους προϋπολογισμούς, η συμμετοχική διακυβέρνηση και η διεθνής συνεργασία αναδεικνύονται ως κρίσιμα εργαλεία για τη μείωση των ανισοτήτων.
Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: η οικονομία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν αποτελεί πλέον θεωρητική προσέγγιση, αλλά αναγκαία κατεύθυνση για ένα πιο δίκαιο και βιώσιμο παγκόσμιο σύστημα.






