Η Ένωση Εισηγμένων Εταιρειών (ΕΝΕΙΣΕΤ) γιορτάζει 20 χρόνια ενεργούς παρουσίας στην ελληνική κεφαλαιαγορά, υπηρετώντας διαχρονικά το όραμα μίας πιο ισχυρής, εξωστρεφούς και αναπτυξιακά φιλικής κεφαλαιαγοράς, συμβάλλοντας καθοριστικά στη θεσμική διαμόρφωση του πλαισίου λειτουργίας των εισηγμένων εταιρειών. Στο πλαίσιο του εορτασμού, πραγματοποιήθηκε επετειακή εκδήλωση με τη συμμετοχή εκπροσώπων της πολιτείας, θεσμικών φορέων και εκπροσώπων της αγοράς.
Ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, Δημήτρης Παπαστεργίου, τόνισε τον καθοριστικό ρόλο του ψηφιακού μετασχηματισμού στη λειτουργία της αγοράς, επισημαίνοντας ότι η τεχνολογία, η διαφάνεια και η απλοποίηση διαδικασιών αποτελούν θεμέλια για ένα φιλικότερο επιχειρηματικό και επενδυτικό περιβάλλον. Μίλησε για τις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης με στόχο την απλούστευση της καθημερινότητας πολιτών και επιχειρήσεων, με αξιοποίηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ αναφέρθηκε και στην επιτάχυνση της ψηφιοποίησης της Δικαιοσύνης, ως κρίσιμου παράγοντα για τη μείωση της γραφειοκρατίας, την ταχύτερη απονομή δικαίου και την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου στις συναλλαγές. Παράλληλα, έκανε μνεία στις επενδύσεις σε σύγχρονες ψηφιακές υποδομές και δίκτυα υψηλών ταχυτήτων, που ενισχύουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και υποστηρίζουν την ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών σε όλη τη χώρα.
Στον χαιρετισμό του, ο γγ Οικονομικής Πολιτικής και Στρατηγικής, Απόστολος Κασάπης, υπογράμμισε ότι η εισαγωγή μίας εταιρείας στο Χρηματιστήριο έχει πολλαπλά οφέλη για μετόχους, εργαζομένους και οικονομία, όμως προϋποθέτει ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον. «Με στοχευμένες παρεμβάσεις που μειώνουν τις τριβές και ενισχύουν τη διαφάνεια, δίνουμε στις επιχειρήσεις τον χώρο να επενδύουν και να γίνονται πιο ανθεκτικές σε εξωγενείς διαταραχές», πρόσθεσε.
Η πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Βασιλική Λαζαράκου, χαρακτήρισε την ελληνική κεφαλαιαγορά πυλώνα ανάπτυξης και εμπιστοσύνης -πέρα από έναν απλό μηχανισμό άντλησης κεφαλαίων- και ανέδειξε τη σημασία της ενίσχυσης της εταιρικής διακυβέρνησης ως θεμέλιου για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και τη βελτίωση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση και του κόστους κεφαλαίου, την ένταξη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στο Euronext ως ιστορική καμπή που ενισχύει τη διεθνή ορατότητα, διευρύνει την επενδυτική βάση και ενσωματώνει την ελληνική αγορά σε ένα ενιαίο ευρωπαϊκό οικοσύστημα, και την ανάδειξη της Ελλάδας ως δυνητικού χρηματοοικονομικού κόμβου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αξιοποιώντας τη γεωπολιτική θέση της, τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος και την αναβαθμισμένη πιστοληπτική εικόνα.
Ο πρόεδρος της ΕΝΕΙΣΕΤ, Αθανάσιος Κουλορίδας, τόνισε τη διαχρονική συνέπεια και τη θεσμική συμβολή της Ένωσης στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου πλαισίου για τις εισηγμένες εταιρείες, επισημαίνοντας ότι οι εισηγμένες επιχειρήσεις εκφράζουν την «πραγματική οικονομία» που επιλέγει κανόνες, διαφάνεια, λογοδοσία και εταιρική διακυβέρνηση, δηλαδή τα στοιχεία πάνω στα οποία θεμελιώνεται η εμπιστοσύνη των αγορών και, κατ’ επέκταση, η δυνατότητα άντλησης κεφαλαίων και χρηματοδότησης της ανάπτυξης. Σημείωσε ότι πέρα από τη συμμόρφωση, σήμερα το κεντρικό ζητούμενο είναι η ανταγωνιστικότητα και η αντιμετώπιση της υπερρύθμισης, χαιρετίζοντας τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες απλοποίησης και καλώντας σε πιο τολμηρά βήματα. Παράλληλα, έδωσε έμφαση στην ανάγκη ενίσχυσης της ρευστότητας μέσω κοινών υποδομών, στην αναβάθμιση της εξωστρέφειας της ελληνικής αγοράς και στη θέσπιση κινήτρων τόσο για επενδυτές όσο και για τις ίδιες τις εταιρείες, όπως η άρση της φορολογικής μεροληψίας υπέρ του δανεισμού και η υπερέκπτωση επιλέξιμων δαπανών συμμόρφωσης για τις εισηγμένες, ιδίως τις ΜμΕ.
O διευθύνων σύμβουλος Athex Group, Γιάννος Κοντόπουλος, εστίασε στη στρατηγική μετάβαση της ελληνικής αγοράς από τις αναπτυσσόμενες στις ανεπτυγμένες αγορές. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι οι αγορές αποτελούν πεδίο ανταγωνισμού αφηγήσεων και οι ελληνικές επιχειρήσεις διαθέτουν πλέον το μέγεθος, την προβολή και την ευρωπαϊκή εμβέλεια ώστε να ανταγωνιστούν σε υψηλότερο επίπεδο. «Στην αγορά κυριαρχεί ο ανταγωνισμός των αφηγημάτων. Δηλαδή η επενδυτική ιστορία που έχει να επιδείξει η κάθε εισηγμένη. Η καλύτερη και πιο πειστική είναι αυτή που κερδίζει τους επενδυτές», ανέφερε.
Παράλληλα, παρουσίασε συνοπτικά τις διεθνείς πρωτοβουλίες και πλατφόρμες που ενισχύουν την εξωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων, τονίζοντας τις σημαντικές προοπτικές για ελληνικές εταιρείες τεχνολογίας και δυναμικούς κλάδους της οικονομίας.
Από την πλευρά του, ο Camille Beudin, Member of the Executive Committee at Euronext and Chief Diversification Officer, Chairman of the Board Athex Group, ανέδειξε τον μετασχηματιστικό αντίκτυπο της ένταξης στο Euronext για την ελληνική αγορά, επισημαίνοντας την ενσωμάτωση στη μεγαλύτερη δεξαμενή ρευστότητας της Ευρώπης, την πρόσβαση σε ενιαία τεχνολογική πλατφόρμα και κοινό βιβλίο εντολών, καθώς και τα απτά οφέλη που προκύπτουν σε επίπεδο αυξημένων συναλλαγών και βελτιωμένων συνθηκών χρηματοδότησης για τους εκδότες.
Ο ίδιος εξήγησε πώς οι εταιρείες αποκτούν καλύτερους όρους χρηματοδότησης: «Η σύνδεση της ελληνικής αγοράς με την ενιαία τεχνολογική πλατφόρμα και το ενιαίο βιβλίο εντολών της Euronext αναμένεται να αυξήσει σημαντικά τους όγκους συναλλαγών, όπως συνέβη και σε άλλες χώρες που εντάχθηκαν στο δίκτυο (αύξηση 20%-35%). Αυτό οδηγεί σε στενότερα spreads, άρα καλύτερους όρους χρηματοδότησης για τις εταιρείες».
H διευθύνουσα σύμβουλος της Credia Bank, Ελένη Βρεττού, σημείωσε ότι η ενίσχυση των νέων εισαγωγών προϋποθέτει ένα απλούστερο και περισσότερο εναρμονισμένο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο, καθώς και ουσιαστικά κίνητρα που θα μειώνουν τα αντικίνητρα για τις επιχειρήσεις και θα διευρύνουν τη συμμετοχή των επενδυτών. Υπογράμμισε ότι, λόγω της δομής της ελληνικής οικονομίας, οι οικογενειακές και μεσαίες επιχειρήσεις συχνά διστάζουν να εισαχθούν στο Χρηματιστήριο, κυρίως εξαιτίας του φόβου απώλειας ελέγχου, του αυξημένου κόστους συμμόρφωσης και της διαρκούς εποπτείας, ενώ παράλληλα διαθέτουν εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης -τραπεζικό δανεισμό με έντονο ανταγωνισμό, private equity και family offices- που συχνά κάνουν την επιλογή της αγοράς λιγότερο ελκυστική. Τέλος, τόνισε την ανάγκη ενίσχυσης της εξωστρέφειας και της προβολής των ελληνικών εισηγμένων, καθώς και τη σημασία περιορισμού του κατακερματισμού της ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς, ώστε περισσότερες εταιρείες να στραφούν στη χρηματιστηριακή χρηματοδότηση.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Alter Ego Media, Ιωάννης Βρέντζος, μοιράστηκε την εμπειρία της εταιρείας από την επιτυχημένη εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο Αθηνών, χαρακτηρίζοντας τη διαδικασία ομαλή και αποτελεσματική και αναδεικνύοντας τη θετική συνεργασία με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το Χ.Α. Ανέφερε ότι η δημόσια εγγραφή αποτέλεσε σημαντικό ορόσημο, καθώς συνέβαλε στην ενίσχυση της εταιρικής διακυβέρνησης και στη βελτίωση της εσωτερικής λειτουργίας του Ομίλου. Επίσης, επεσήμανε την ανάγκη αύξησης του αριθμού των εισηγμένων εταιρειών για την ελληνική οικονομία. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη για ένα πιο αναλογικό κανονιστικό πλαίσιο, ανάλογα με το μέγεθος της εταιρείας, και για διεύρυνση των «δεξαμενών» κεφαλαίων, με ενεργοποίηση των family offices και ενίσχυση της συμμετοχής των ιδιωτών επενδυτών μέσω κατάλληλων κινήτρων, ώστε περισσότεροι αποταμιευτές να μπορούν να συμμετέχουν με διαφανή και βιώσιμο τρόπο στην αναπτυξιακή πορεία μέσω του Χρηματιστηρίου.





