Ο διάλογος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας πρέπει να λαμβάνει χώρα –εάν και όσο αυτό είναι δυνατόν. Όχι όμως ως εργαλείο σιωπηρής αμφισβήτησης ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Ατυχώς, η πρόσφατη συνάντηση στην Άγκυρα λειτούργησε, εν μέρει, κατ’ αυτόν τον τρόπο. Πράγμα που οφείλεται στο ότι η από 26ης Ιανουαρίου τουρκική NAVTEX στο Ανατολικό Αιγαίο παρέμεινε χωρίς ισχυρή και σαφή απάντηση. Όπως θα ήταν, για παράδειγμα, η έκδοση μίας εξίσου συνολικής ελληνικής αντι-NAVTEX και η διπλωματικά μεθοδευμένη αλλά ρητή δημόσια αναφορά της ελληνικής θέσης από τον Πρωθυπουργό.

Κωνσταντίνος Γάτσιος και Δημήτρης Α. Ιωάννου

Η τουρκική NAVTEX δεν ήταν μία απλή, έστω καταχρηστική, τεχνική ειδοποίηση ναυσιπλοΐας. Η θαλάσσια περιοχή ανατολικά του 25ου μεσημβρινού είναι ο άξονας που η Άγκυρα προβάλλει διαχρονικά ως διαχωριστική γραμμή κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο, επιχειρώντας να του προσδώσει κανονιστικό χαρακτήρα. Σε συνδυασμό με τη χρονική συγκυρία –λίγες ημέρες πριν από την επίσκεψη– η πράξη αποκτά σαφές πολιτικό περιεχόμενο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι σιωπές του αμυνόμενου αποκτούν νόημα όσο και οι δηλώσεις του επιτιθέμενου.

Στις 9 Φεβρουαρίου, δύο ημέρες πριν από την επίσκεψη, η Ελλάδα προχώρησε σε αεροναυτική άσκηση στην περιοχή μεταξύ Χίου, Σάμου και Ικαρίας, εκδίδοντας δική της NAVTEX. Η πράξη ήταν ορθή και αναγκαία: κατέδειξε ότι δεν αναγνωρίζεται σχετική τουρκική αρμοδιότητα και ότι η ελληνική επιχειρησιακή δραστηριότητα δεν τελεί υπό αίρεση. Στα ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων, η πράξη έχει πράγματι βαρύνουσα σημασία.

Ωστόσο, ενώ η ελληνική NAVTEX εξέπνευσε, η τουρκική παραμένει σε ισχύ. Παρά την εν τοις πράγμασι προσωρινή ακύρωσή της επί του πεδίου από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, εξακολουθεί να συνιστά ενεργό μονομερή πράξη αμφισβήτησης.

Εδώ βρίσκεται το ουσιώδες, κρίσιμο σημείο: η κατοχύρωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων απαιτεί όχι μόνο πρακτική άσκηση, αλλά και διαρκή θεσμική και συμβολική μακροχρόνια υπεράσπισή τους. Διότι η εικόνα προς τρίτους δεν είναι αυτή που θεωρούμε αυτονόητη. Ναι μεν η χώρα ενημέρωσε τους ναυτιλλομένους και τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΔΝΟ) περί της ακυρότητας της τουρκικής αναγγελίας, πλην όμως δεν υπήρξε ρητή πολιτική αποτύπωση του ζητήματος από τον Πρωθυπουργό ούτε πριν ούτε κατά τη συνάντηση. Η απομείωση της ελληνικής αντίδρασης σε πρακτική αμφισβήτηση επί του πεδίου με ασκήσεις και σε «γραφειοκρατικού» τύπου ενέργειες προς τη ΔΝΟ, αντί της επιβαλλόμενης ολοκληρωμένης απόρριψης της τουρκικής παρανομίας με συνδυασμό ασκήσεων και πολιτικής δήλωσης, δεν συνιστά υφολογική λεπτομέρεια. Ενέχει σοβαρές στρατηγικές παραμέτρους. Στο Αιγαίο, η στρατηγική δεν μπορεί να στηρίζεται σε υπαινιγμούς και σε χαμηλόφωνες «επισημάνσεις». Και δεν συνιστά στρατηγική, κάθε φορά που επιτυγχάνουμε, προσωρινά, «ήρεμα νερά» να υποχωρούμε ένα, ακόμη, βήμα.

Ο διάλογος δεν είναι διαδικασία παραχωρήσεων. Είναι εργαλείο διαχείρισης διαφορών που, όμως, μπορεί να είναι χρήσιμο μόνο όταν λειτουργεί εντός σαφώς καθορισμένων ορίων. Όχι υπό καθεστώς σκιών. Διαφορετικά, τα «ήρεμα νερά» κινδυνεύουν να εξελιχθούν σε κανονικοποίηση αμφισβητήσεων.

Δεν υποτιμά κανείς τη χρησιμότητα των ανοιχτών διαύλων, ούτε τη σημασία της αποκλιμάκωσης. Μόνο που η σταθερότητα δεν επιτυγχάνεται με την απορρόφηση κάθε μονομερούς πράξης που επιδιώκει να παράγει τετελεσμένα ή να καλλιεργήσει γκρίζες ζώνες. Επιτυγχάνεται με σταθερή, προβλέψιμη και τεκμηριωμένη στάση – πολιτικά και θεσμικά– που δεν αφήνει εκκρεμότητες. Όχι για εσωτερική κατανάλωση, αλλά για λόγους στρατηγικής συνέπειας.

*Ο Κωνσταντίνος Γάτσιος είναι ομότιμος καθηγητής, πρώην πρύτανης του ΟΠΑ, και Τομεάρχης Ανάπτυξης του ΠΑΣΟΚ.

*Ο Δημήτρης Α. Ιωάννου είναι οικονομολόγος.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.