Το καυτό αισθηματικό δράμα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», με Μαργκό Ρόμπι και Τζέικομπ Ελόρντι και το πολυβραβευμένο βραζιλιάνικο δραματικό θρίλερ «Μυστικός Πράκτορας» του Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου, υποψήφιο για πέντε Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και αυτών της Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας, κυριαρχούν στο κινηματογραφικό πρόγραμμα αυτής της εβδομάδας. Ωστόσο, στο πλούσιο μενού του επταήμερου, συνωστίζονται και περιπέτειες, στοχαστικά δράματα, animation, δυο αξιόλογα ντοκιμαντέρ, αλλά και το ξεκαρδιστικό όσο και τολμηρό «Ντράκουλα» του Ράντου Ζούντε.

Ανεμοδαρμένα Ύψη

(«Wuthering Heights») Αισθηματικό δράμα, αμερικάνικης και βρετανικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Έμεραλντ Φένελ, με τους Μάργκο Ρόμπι, Τζέικομπ Ελόρντι, Όουεν Κούπερ, Μάρτιν Κλουνς, Εϊμι Μόργκαν κα.

Το διάσημο κλασικό μυθιστόρημα και πάλι στη μεγάλη οθόνη, σε αυτή τη δέκατη έκτη κινηματογραφική της μεταφορά – άλλες τόσες έχει περάσει στη μικρή οθόνη – αυτή τη φορά πιο τολμηρή, για τον ερωτισμό της, αλλά πάντα με τα χολιγουντιανά στάνταρ, μίας υπερπαραγωγής.

Το παθιασμένο έργο της Έμιλι Μπροντέ, μεταφερμένο από την Έμεραλντ Φένελ, που δημιούργησε έναν υπερεκτιμημένο θόρυβο γύρω από το όνομά της πριν από πέντε χρόνια, με το ενδιαφέρον δράμα της «Υποσχόμενη Νέα Γυναίκα», κρατά ως ένα σημείο τις υποσχέσεις που έδωσε ως κάτι εντελώς διαφορετικό μέχρι σήμερα για τη σκληρή όσο και αφηγηματικά παράξενη ιστορία αγάπης της Κάθριν με τον Χίθκλιφ. Η 40χρονη Αγγλίδα, πρώην ηθοποιός, σκηνοθετώντας χωρίς την υποχρέωση του ακαδημαϊσμού, θα προσεγγίσει το καταραμένο ρομάντζο του 19ου αιώνα στο Γιορκσάιρ, με σύγχρονη ματιά, αξιοποιώντας μοντέρνες τάσεις και βεβαίως, έχοντας σε πρώτο πλάνο τον έρωτα, που θα μεταδώσει και την απαραίτητη ένταση.

Η Κάθριν Έρνσο αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση με τον θετό της αδελφό, τον νεαρό ορφανό Χίθκλιφ. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας Έρνσο αναλαμβάνει τη διαχείριση της περιουσίας, που περιλαμβάνει την έπαυλη Ανεμοδαρμένα Ύψη και οι ισορροπίες κλονίζονται. Ο Χίθκλιφ ταπεινώνεται επανειλημμένα και του στερούν κάθε ελευθερία. Η Κάθριν σκέφτεται ότι πρέπει να παντρευτεί κάποιον αντάξιό της, δηλαδή όλα όσα δεν έχει ο Χίθκλιφ. Στο άκουσμα της είδησης, ο Χίθκλιφ εξαφανίζεται από τις ζωές τους. Τρία χρόνια μετά, στα Ανεμοδαρμένα Ύψη εμφανίζεται ένας πλούσιος άνδρας με εκλεπτυσμένους τρόπους. Πίσω, όμως, από το ευγενικό προσωπείο κρύβεται το μίσος του για την οικογένεια που τον ταπείνωσε και μια ακόρεστη δίψα για εκδίκηση.

Συνοδευόμενη από ένα πομπώδες αισθηματικό σάουντρακ, μακριά πλάνα του ψυχρού τοπίου, αλλά και κοντινά καυτά ερωτικά πλάνα του ικανότατου διευθυντή φωτογραφίας Λίνους Σάντγκρεν κι έχοντας μία άρτια καλλιτεχνική διεύθυνση, με άψογα κοστούμια και σκηνικά, η Φένελ θα στήσει περισσότερο από ένα ρομαντικό δράμα εποχής, μία σκοτεινή λαχταριστή ιστορία πάθους.

Παρακάμπτοντας βασικά χαρακτηριστικά του Χίθκλιφ, που το κείμενο της Μπροντέ τον θέλει ιδιαιτέρως μελαμψό, ίσως και πρώην σκλάβο ή τσιγγάνο, η σκηνοθέτιδα θα φροντίσει περισσότερο για την καυτή ερωτική χημεία και το ερωτισμό που αναπτύσσει το πρωταγωνιστικό δίδυμο, με την Μαργκό Ρόμπι (συμμετέχει στην παραγωγή) και τον Τζέικομπ Ελόρντι.

Η Φένελ, θα κατευθύνει την ταινία της – άλλες φορές πετυχημένα, άλλες όχι και τόσο, δείχνοντας ότι δεν μπορεί να ξεπεράσει ορισμένες εμμονές της – προς την αλήθεια ενός αντισυμβατικού έρωτα, ακόμη και αν φτάνει στα όρια μιας αλλόκοτης αιματηρής ψυχικής σύγκρουσης, η οποία εκτοξεύει και το ενδιαφέρον της ταινίας, που θα ήταν σαφώς καλύτερη αν είχε μεγαλύτερη εμβάθυνση στο ιστορικό πλαίσιο, τις ταξικές διαφορές, τις θρησκευτικές συμβάσεις, την περιβόητη αγγλική αστική υπεροψία.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μια παθιασμένη και ταραχώδης ιστορία αγάπης με φόντο τους βάλτους του Γιορκσάιρ, εξερευνώντας την έντονη και καταστροφική σχέση μεταξύ του Χίθκλιφ και της Κάθριν Έρνσο.

Ο Μυστικός Πράκτορας

(«The Secret Agent») Δραματικό θρίλερ, βραζιλιάνικης παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου, με τους Βάγκνερ Μόουρα, Αλίς Καρβάλο, Γκαμπριέλ Λεόνε, Μαρία Φερνάντα Καντίντο, Ούντο Κίερ κα.

Απ’ τις λιγοστές πλέον ταινίες που δεν είναι απλώς μία καλή ή πολύ καλή κατασκευή, αλλά μια δημιουργία από τις μνήμες που συγχέονται με τα όνειρα, έχει έντονη προσωπικότητα και σκηνοθετικό στιλ, κινείται με τους δικούς της μυστηριώδεις ρυθμούς, δεν σε οδηγεί σε εύκολα νοήματα και οφείλει την αξία της στον τρόπο που χτίζει την πλοκή, στην οποία πρέπει να μπεις βαθιά μέσα της για να την απολαύσεις.

Η πολυαναμενόμενη και πολυβραβευμένη – βραβείο σκηνοθεσίας και ερμηνείας στις Κάννες, Χρυσή Σφαίρα, Bafta και βραβείο αντρικού ρόλου στο φεστιβάλ Σικάγου – νέα ταινία του Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου («Bacurau»), που διεκδικεί με αξιώσεις και πέντε Όσκαρ, ανάμεσά τους και αυτά των καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και Α’ ανδρικού ρόλου, αυτή τη φορά είναι τοποθετημένη στη Βραζιλία του 1977, περίπου στο μέσο μίας 20χρονης στρατιωτικής δικτατορίας.

Ο Φίλιου, με το έργο του, δηλώνει σχεδόν πάντα την πίστη του στη δύναμη τού σινεμά και την αποκατάσταση της αλήθειας, συντηρώντας ζωντανή τη δύναμη της μνήμης και γνωρίζωντας να ενσωματώνει διαφορετικά κινηματογραφικά είδη, όπως εδώ, συνδυάζοντας το δράμα με τη σάτιρα, τη χαλαρή ταινία κατασκοπίας και το νεονουάρ με το πολιτικό θρίλερ. Κι έχοντας για ήρωα έναν ψηλό, γενειοφόρο γοητευτικό άντρα, με ευγενική ενέργεια και θλιμμένη ματιά, τον συμπαθέστατο ηθοποιό Βάγκνερ Μάουρα.

Ο Μαρσέλο, ένας γοητευτικός, μυστηριώδης άντρας, με ταραχώδες παρελθόν, επιστρέφει, την εποχή του καρναβαλιού, στην παραθαλάσσια πόλη που μεγάλωσε, για να πάρει τον μικρό γιο του, που μεγαλώνει ο παππούς του και αναζητώντας μια ευκαιρία για μια νέα ζωή. Όμως, στην πόλη του έχουν αλλάξει πολλά και πολύ γρήγορα θα συνειδητοποιήσει ότι η γενικευμένη διάβρωση της χώρας του, που ζει υπό το καθεστώς μίας πολύχρονης δικτατορίας, έχει φτάσει μέχρι τη γενέτειρά του. Ο Μαρσέλο θα βρει στον δρόμο ένα πτώμα που σαπίζει, τις διεφθαρμένες αρχές, μια ανατρεπτική θαρραλέα γιαγιά, μία σέξι οδοντίατρο, παλιούς φίλους, αλλά και νέους εχθρούς, καθώς, εκτός από τις κυβερνητικές δυνάμεις, πληρωμένοι δολοφόνοι τον καταδιώκουν.

Τα αρχικά νωχελικά πλάνα προσδίδουν στο φιλμ μία υπέροχη γοητεία, που θα εξελιχθεί σε μία σχολαστικά κομψή αγωνιώδη περιπέτεια. Η περιφρόνηση της αλήθειας, οι ταξικές ανισότητες, η διαφθορά του απάνθρωπου καθεστώτος που διαβρώνει συνεχώς μέρη της κοινωνίας, τα πτώματα στους δρόμους, για τα οποία ουδείς ενδιαφέρεται και φοβάται να ρωτήσει γι’ αυτά, καθώς καραδοκούν οι ασφαλίτες, ένα ανθρώπινο πόδι στο στόμα ενός καρχαρία, η απουσία ηθικής και ο κίνδυνος που παραμονεύει κάθε στιγμή, δίνουν το στίγμα μίας μελαγχολικής ιστορίας, για το σκοτεινό παρελθόν της Βραζιλίας.

Μιας ιστορίας, που στα χέρια του Φίλιου γίνεται ένα αυθεντικό χορταστικό σινεμά (σινεμασκόπ), για τη μεγάλη οθόνη, χειροποίητο, με αξιοπρόσεκτα υλικά ενός εμφανούς ανθρωπισμού. Ένα φιλμ που απλώνεται σε δυόμιση ώρες διάρκειας (χωρισμένο σε τρία κεφάλαια), σφύζει από ενέργεια και ιδέες, αλλά και μια υπερβολή – κάποιες φορές μοιάζει με ένα καρναβάλι πληθωρικότητας – που έχει σύμμαχο, όμως την αφήγηση και τη βαθιά συγκίνηση που προκαλεί η ευαίσθητη και διαπεραστική ματιά του σκηνοθέτη.

Σαν ένα στιβαρό μυθιστόρημα, που υφαίνεται δεξιοτεχνικά, με το βλέμμα του Φίλιου να μας οδηγεί υπόγεια σε κάτι μεγαλύτερο, κάτι που γίνεται φανερό και στο υπέροχο φινάλε, δηλώνοντας εμφατικά ότι το σινεμά, δεν είναι μόνο ψυχαγωγία, αλλά και μια τέχνη που δρα εναντίον της συλλογικής αμνησίας και αποτελεί μία μορφή αντίστασης και αφύπνισης σε όσα ζοφερά μας έρχονται.

Ο Μάουρα, δεν χάνει στιγμή την αφοσίωσή του στον πολύπλοκο χαρακτήρα που υποδύεται, δίνοντας πόντους στην ταινία, ενώ εξαιρετική είναι η δουλειά που έχει γίνει και στο κάστινγκ, καθώς οι δεύτεροι ρόλοι (ανάμεσά τους και ο Ούντο Κίερ στην τελευταία του εμφάνιση πριν πεθάνει) προσφέρουν μια όμορφη και πολύτιμη βραζιλιάνικη αυθεντικότητα.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Το 1977, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της Βραζιλίας, ο Μαρσέλο, ένας δάσκαλος, δραπετεύει από το ταραχώδες παρελθόν του, και εγκαθίσταται στην πόλη Ρεσίφε, όπου ελπίζει να χτίσει μια νέα ζωή και να επανενωθεί με τον γιο του. Σύντομα συνειδητοποιεί ότι η πόλη δεν μπορεί να γίνει το καταφύγιό του, καθώς η ζωή του απειλείται όλο και περισσότερο.

Δύο Εποχές, Δύο Ξένοι

(«Two Seasons, Two Strangers») Δραματική ταινία, ιαπωνικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Σο Μιγιάκε, με τους Σιμ Γιουν Κιουνγκ, Γιούμι Καγουάι, Μανσάκου Τακάντα, Σίρο Σάνο, Σινίτσι Τσουτσούμι κα.

Μικρή ταινία – μεγάλων συναισθημάτων, λιτή αφήγηση – σημαντικών στοχασμών του εκ των σημαντικότερων σκηνοθετών του σύγχρονου ιαπωνικού σινεμά, του Σο Μιγιάκε, που εδώ διασκευάζει δυο κόμικς του εμβληματικού Γιοσιχάρου Τσούγκε.

Ο πάντα χαμηλών τόνων Σο Μιγιάκε, διασκευάζει δύο διαφορετικά μάνγκα του Τσούγκε και τα παντρεύει ευρηματικά σε μια ταινία που ξεκινά με τον αέρα ενός πειραματικού δοκιμίου πάνω στον αέναο συναγωνισμό μεταξύ σκέψης και λόγου, για να εξελιχθεί σταδιακά σε μια αισθαντική, ζεστή και διεισδυτική μελέτη των μοναχικών ανθρώπων και της ανάγκης για αλληλοκατανόηση.

Μία εσωστρεφής Κορεάτισσα σεναριογράφος, η Λι, που ζει και εργάζεται στην Ιαπωνία, σε μια κρίση έμπνευσης, παλεύει να γράψει μία ερωτική ιστορία μεταξύ δυο θλιμμένων νέων και θα βρει καταφύγιο σε ένα ορεινό πανδοχείο, ενός φαινομενικά αγροίκου μεσήλικα, που βασανίζεται από τα δικά του λάθη και τις ενοχές του.

Ο Μιγιάκε, σκηνοθετεί διατηρώντας μία λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη μυθοπλαστική αφήγηση και τη ρεαλιστική σύγχρονη ευαισθησία, για την απαίτηση της ανθρώπινης επαφής. Μέσα από εντυπωσιακά τοπία, φευγαλέες συναντήσεις, ανεξήγητες στιγμές ιδιοτροπίας, εκτεταμένες σιωπές και συμπαθητικούς χαρακτήρες, αποτυπώνει, με το ιδιότυπο ιαπωνικό χιούμορ, τη χαρά του ταξιδιού και την αδιόρατη μάχη μεταξύ της κοινωνικής απόστασης και της επαφής, την παραδοξότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Και ταυτόχρονα, ένα ανάλαφρο δράμα ενηλικίωσης και αυτογνωσίας, μία μικρή – στο μάτι – ταινία που στον πυρήνα της κρύβει ένα φιλοσοφημένο διαμαντάκι, για όσους θέλουν να ξεφύγουν από τα τετριμμένα και να μπουν σε ένα ανατολίτικο όσο και ιδιότυπο ξένο, προς εμάς, σύμπαν.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Η Λι, μια Κορεάτισσα σεναριογράφος που ζει στην Ιαπωνία, σε μια κρίση έμπνευσης παλεύει να γράψει μια ιστορία έρωτος, ενώ βρίσκει καταφύγιο σε ένα ορεινό πανδοχείο ενός φαινομενικά αγροίκου μεσήλικα.

Ντράκουλας

(«Dracula») Ερωτική κωμωδία τρόμου, ρουμανικής και διεθνούς συμπαραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Ράντου Ζούντε, με τους Αλεξάντρου Ντάμπιτζα, Άντονις Τάντα, Γκάμπριελ Σπάχιου, Οάνα Μαρία Ζαχάρια, Αντράντα Μπάλεα κα.

Ακόμη και οι φανατικοί λάτρεις του Κόμη Δράκουλα στον κινηματογράφο, που ανακαλύπτουν σπάνιες ταινίες με τον μύθο του διασημότερου βαμπίρ της μεγάλης οθόνης, θα πρέπει να ξεχάσουν όσα γνωρίζουν βλέποντας τον Ντράκουλα του Ράντου Ζούντε. Ο κορυφαίος σύγχρονος Ρουμάνος σκηνοθέτης, ένας από τους σημαντικότερους ανατόμους και χρονογράφους της εποχής μας, με την τελευταία του ταινία, μία τολμηρότατη παρωδία για τον Δράκουλα θα κάνει ακόμη και τον Κρίστοφερ Λι να κλάψει απ’ τα γέλια από εκεί ψηλά που βρίσκεται, αλλά και να μας προβληματίσει για την πορεία του σινεμά, τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης και αρκετές άλλες σκωπτικές παρατηρήσεις του για την ανθρωπότητα, τον καπιταλισμό, την πορνογραφία…

Ο Ζούντε, που μας ενθουσίασε πριν μερικά χρόνια με το «Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό», ο δημιουργός του έξοχου «Άφεριμ» και του πιο πρόσφατου «Kontinental ‘25», αυτή τη φορά θα κάνει ακόμη ένα μικρό βήμα προς το προβοκατόρικο σινεμά, με το οποίο φλερτάρει συχνά πυκνά.

Εδώ, ο Ζούντε δεν θα αφήσει τίποτα όρθιο. Θα πειραματιστεί με το φολκλόρ, για να διακωμωδήσει τη σύγχρονη Ρουμανία, αλλά και με την κινηματογραφική αναπαράσταση, δίνοντας έμφαση στην τεχνητή νοημοσύνη και ειδικά για τα γυρίσματα πορνό και αιματοβαμμένων σκηνών τρόμου και όλα αυτά με μια διάθεση για απέραντη πλάκα, έχοντας ένα υποτυπώδες σενάριο για να δικαιολογήσει τα διαφορετικά κεφάλαια της ταινίας του.

Ένας τύπος, που μιμείται τον Δράκουλα, φεύγει κατά τη διάρκεια μίας θεατρικής παράστασης, για να ξεκινήσει μία τρελή καταδίωξη στα στενά δρομάκια ενός μικρού χωριού στην Τρανσυλβανία. Την ίδια στιγμή, ένας «δημιουργικός» σκηνοθέτης βρίσκεται σε σκηνοθετικό αδιέξοδο, προσπαθώντας να λανσάρει το μύθο του Δράκουλα με σύγχρονους όρους στα κοινωνικά δίκτυα και ανατρέχει για βοήθεια σε ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης. Ο Κόμης Δράκουλας εμφανίζεται στο αρχικό ζενερίκ να απευθύνει κάλεσμα που προβοκάρει το κοινό και παρωδώντας τον ίδιο τον μύθο του.

Ακολουθώντας μία μη γραμμική αφήγηση, με σουρεαλιστικά σκετσάκια, ο Ζούντε ξεκινά από την τουριστικοποίηση του μύθου. Στα σκετς αυτά, από ετερόκλητα στοιχεία, θα οξύνει την κιτς αισθητική της ταινίας και του γκροτέσκο, πυροδοτεί τη δράση, όπου κυριαρχεί το ρομάντζο, η βία, τα κυνηγητά, το αίμα και το σεξ – με την πορνογραφική του οπτική – θέλοντας να σχολιάσει σχεδόν τα πάντα, για περίπου τρεις ώρες, όσες διαρκεί και η ταινία του.

Εδώ, όμως, έρχονται και οι αδυναμίες του φιλμ, καθώς ο πειραματισμός ξεφεύγει, ο σχολιασμός επεκτείνεται πέρα από κάθε όριο, ορισμένες φορές κρεμάει αφηγηματικά, ενώ σε συνδυασμό με τη χαμηλού κόστους παραγωγή, που γίνεται εμφανής, θα τον οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Η ιστορική κληρονομιά του Κόμη Δράκουλα για τις θηριωδίες σε όλο τον πλανήτη – όπου μία σφαγή ακολουθεί ακόμη μία άλλη σφαγή, ορισμένες φορές υπονομεύεται από το ίδιο το φιλμ, που αρκείται στην σαρκαστική υπενθύμισή τους.

Ο Ζούντε, αδυνατώντας να τιθασεύσει τη φαντασία του και την ειρωνική, πολλές φορές ξεκαρδιστική, προσέγγισή του, θα χάσει το μέτρο, αλλά θα καταφέρει για μια ακόμη φορά να φέρει στο προσκήνιο την ιστορία των γελοίων ανθρώπων, που καθορίζουν τη ζωή μας.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Όταν ένας μιμητής του Δράκουλα φεύγει κατά τη διάρκεια μιας θεατρικής παράστασης, μια τρελή καταδίωξη ξεκινάει στα στενά δρομάκια ενός μικρού χωριού της Τρανσυλβανίας.

Ο Δρόμος του Εγκλήματος

(«Crime 101») Αστυνομικό θρίλερ, αμερικάνικης και βρετανικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Μπαρτ Λέιτον, με τους Κρις Χέμσγουορθ, Χάλι Μπέρι, Μαρκ Ράφαλο, Μόνικα Μπαρμπάρο, Μπάρι Κεόγκαν, Τζένιφ Τζέισον Λι, Νικ Νόλτε κα.

Εκεί που οι Μάρτιν Σκορσέζε και Ρίντλεϊ Σκοτ απέτυχαν να αναπτύξουν και να μεταφέρουν στη μεγάλη οθόνη τη νουβέλα του Ντον Γουίνσλοου, «Crime 101», δοκιμάζει ο σχετικά άνισος και αρκετά, απ’ ότι φαίνεται, φιλόδοξος, Βρετανός σκηνοθέτης Μπαρτ Λέιτον.

Ένα αστυνομικό θρίλερ, με δόσεις από νουάρ και περιπέτεια καταδίωξης, αλλά και αρκετές επιρροές από την «Ένταση» του Μάικλ Μαν, που αν μη τι άλλο βλέπεται ευχάριστα, κρατά το ενδιαφέρον και δεν προδίδει ένα είδος, που θριάμβευσε τις δεκαετίες του ‘60 και ‘70 στο Χόλιγουντ. Άλλωστε, η αναφορά στον Στιβ ΜακΚουίν και στις ταινίες του «Μπούλιτ» και «Υπόθεση Τόμας Κράουν», είναι χαρακτηριστικές των επιδιώξεων του Λέιτον. Κάτι που τονίζεται και από τις καλογυρισμένες θεαματικές καταδιώξεις αυτοκινήτων, μοτοσικλετών, αλλά και τους κυνικούς χαρακτήρες, που διανθίζουν το στόρι.

Ο Ντέιβις είναι ένας ληστής που μένει συστηματικά ασύλληπτος, με αποτέλεσμα να έχει μπερδέψει την αστυνομία. Σχεδιάζει τη μεγαλύτερη ληστεία της καριέρας του -ελπίζοντας ότι θα είναι και η τελευταία- όταν στην πορεία διασταυρώνεται με τη Σάρον, μια απογοητευμένη ασφαλίστρια, με την οποία αναγκάζεται να συνεργαστεί και τον Όρμαν, έναν κλέφτη με πολύ πιο ανησυχητικές μεθόδους από αυτές του Ντέιβις. Καθώς πλησιάζει η ληστεία κοσμημάτων, πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, ο αμείλικτος ντετέκτιβ Λούμπεσνικ τους πλησιάζει επικίνδυνα, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τα διακύβευμα και την έννοια κυνηγού και κυνηγημένου, που αρχίζει να θολώνει. Καθένας από αυτούς σύντομα αναγκάζεται να αντιμετωπίσει το κόστος των αντίστοιχων επιλογών του και να συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει γυρισμός.

Το φιλμ ρέει ικανοποιητικά, άλλοτε ως περιπέτεια και άλλοτε ως νεονουάρ, οι καταιγιστικοί ρυθμοί διακόπτονται όχι άστοχα, αλλά ορισμένες φορές τραβώντας αδικαιολόγητα σε μάκρος, προκειμένου να δοθεί το στοιχειώδες βάθος στους χαρακτήρες, που στέκονται επαρκώς, καθώς σημαντική είναι και η συμβολή των ηθοποιών.

Η ένταση αυξομειώνεται αναλόγως, αλλά πάντα διατηρείται το σασπένς και το ενδιαφέρον, ενώ τα κλισέ του είδους δεν ενοχλούν όσο θα περίμενε κανείς από έναν σκηνοθέτη, που δεν έχει κάνει αξιόλογο – πέρα από τα ντοκιμαντέρ του και την ενδιαφέρουσα «Μία Αμερικάνικη Ληστεία».

Ο Κρις Χέιμγουορθ στον ρόλο του ληστή, κοπιάρει ανεπιτυχώς τον Στιβ ΜακΚουίν, ο Μάρκ Ραφάλο πάντα αξιόπιστος υποδύεται τον ντέτεκτιβ, η Χάλι Μπέρι, χωρίς ιδιαίτερη βαρύτητα και ο καλός Μπάρι Κεόγκαν, παραδόξως δένουν ικανοποιητικά, ενώ έναν ρόλο κρατά και ο εμβληματικός Νικ Νόλτε.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ένας κλέφτης που μένει συστηματικά ασύλληπτος, σχεδιάζει την τελευταία μεγάλη ληστεία της καριέρας του, όταν η πορεία του ενώνεται με μια απογοητευμένη ασφαλίστρια και έναν κλέφτη με ανησυχητικές μεθόδους.

Από τι Είμαστε Φτιαγμένοι

Ντοκιμαντέρ, ελληνικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Σιαμάκ Ετεμάντι.

Εξαιρετικής ευαισθησίας και ενδιαφέροντος ντοκιμαντέρ, για ένα βαθιά ανθρώπινο θέμα που αγνοούμε ή θέλουμε να αγνοούμε, αυτό της σεξουαλικότητας και του ερωτισμού στα άτομα με αναπηρία, του πολλά υποσχόμενου Σιαμάκ Ετεμάντι, που είχε ενθουσιάσει, πριν από πέντε χρόνια, με το ντεμπούτο του «Παρί».

Ο ιρανικής καταγωγής Ετεμάντι, που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, εξερευνά με θάρρος και τόλμη τα στερεότυπα που περιβάλλουν τη σεξουαλικότητα των ατόμων με αναπηρία και αναδεικνύει το δικαίωμά τους στον έρωτα.

Το φιλμ, πραγματεύεται την ιστορία του Άρη, ενός νεαρού τετραπληγικού φοιτητή ψυχολογίας, του οποίου η πτυχιακή εξελίσσεται σε ένα πενταετές προσωπικό ταξίδι, αναζήτησης απαντήσεων για την επιθυμία, την οικειότητα και τη σεξουαλικότητα. Συναντά ανθρώπους, που αλλάζουν την οπτική του – από την κωμικό Κατερίνα Βρανα μέχρι τον Δημήτρη Ζώρζο, τον πρώτο επαγγελματία σεξουαλικό βοηθό στην Ελλάδα, αλλά και νεαρά ζευγάρια στα πρώτα τους βήματα – πραγματοποιώντας μια μετάβαση από το προσωπικό στο καθολικό, αμφισβητώντας καθιερωμένες αγκυλώσεις και επαναπροσδιορίζοντας τα όρια του τι θεωρείται επιθυμητό, ποθητό και αποδεκτό, εξερευνώντας το ερωτικό σώμα μέσα από το πρίσμα της αναπηρίας.

Το πραγματικά αξιοπρόσεκτο ντοκιμαντέρ, το πρώτο του Ετεμάντι, που ξεφεύγει από τα στενά και στεγνά περιθώρια μίας επιστημονικής έρευνας και τα συνήθη ανιαρά ηθικοπλαστικά μηνύματα, είναι ένα βαθιά ανθρώπινο έργο και σίγουρα θα διευρύνει τον δημόσιο διάλογο γύρω από τη σεξουαλικότητα των ατόμων με αναπηρία, θα αποδομήσει μύθους και θα ενισχύει την κατανόηση της ανθρώπινης ερωτικής επιθυμίας.

Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:

Κραυγές

Η τελευταία ταινία του Πέτρου Σεβαστίκογλου, που απορρίπτει την πεπατημένη και καλεί τον θεατή να παραδοθεί σε ένα ιδιότυπο κινηματογραφικό σύμπαν, μια απελευθερωμένη περφόμανς, όπου λίγη σημασία έχει η σκηνοθεσία, το μοντάζ, οι ηθοποιίες. Τρεις γυναίκες περνάνε τις μέρες τους μέσα σε μια ανία που τις παραλύει. Η ηρεμία είναι το σημάδι μιας κοινωνικά επιβεβλημένης συναισθηματικής αναπηρίας, ενώ η εποχή επιτάσσει ανησυχία και ξεσηκωμό. Η άγρια φύση γίνεται σύμμαχος στο ξέσπασμά τους και τόπος απελευθέρωσης των ενστίκτων τους. Ένας γάμος θα γίνει αφορμή να έρθουν σε σύγκρουση με το κοινωνικά αποδεκτό. Θα προβάλλουν αντίσταση, προσπαθώντας να εφεύρουν έναν νέο χώρο αγάπης. Αντισυμβατική ματιά, πειραματισμοί, με ό,τι σημαίνει αυτό, αλλά και μια σινεφίλ εμπειρία, στην οποία μετέχουν οι ηθοποιοί Αγλαΐα Παππά, Αλεξάνδρα Καζάζου, Μαργαρίτα Αλεξιάδη, Χάρης Φραγκούλης, Μαρία Αρζόγλου κα.

Rabbit Trap

(«Rabbit Trap») Βρετανική ταινία τρόμου του 2025, που, παρά τις προσπάθειες του πρωτόβγαλτου Μπριν Τσέινι να ξεφύγει από τα κλισέ και να κάνει κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα, μπαίνοντας σε τολμηρά σκηνοθετικά μονοπάτια, είναι εμφανής η απειρία του και η ένδεια του σεναρίου του, κάτι που γίνεται ολοφάνερο όσο προχωρά η ταινία. Ίσως πιο ενδιαφέρον να έχει απ’ την ταινία, ότι τα γυρίσματα άλλαξαν τοποθεσία από την Ουαλία, καθώς ο νόμος απαγορεύει το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους! Ένα ζευγάρι μουσικών θα μετακομίσει σε μια απομονωμένη καλύβα, αναζητώντας έμπνευση από τους ήχους του δάσους, θα συναντήσει ένα μυστηριώδες παιδί, που θα τους φέρει απέναντι σε μια απειλητική δύναμη.

Το Τραγούδι του Δάσους

(«Le Chant des Forêts») Ακόμη ένα οικολογικό ντοκιμαντέρ από τον Βενσάν Μινιέ, έπειτα από το εξαιρετικό φιλμ «Η Λεοπάρδαλη του Χιονιού», καθώς ο διακεκριμένος φωτογράφος ανεβαίνει στα Βόσγια Όρη της Γαλλίας, μαζί με τον γιο του, για να παρατηρήσουν την άγρια φύση και να μας καλέσουν σε ένα μοναδικό ταξίδι μύησης. Καλογυρισμένο ντοκιμαντέρ (ένα εκατομμύριο εισιτήρια στη Γαλλία!), για τη σπουδαιότητα και τη μαγεία της άγριας φύσης.

Goat: Ο Δρόμος προς την Κορυφή

(«Goat») Διασκεδαστική αθλητική περιπέτεια κινουμένων σχεδίων, από τον πρωτοεμφανιζόμενο Τάιρι Ντιλιχέι, που έχει όμως μεγάλη διαδρομή στην τηλεόραση. Ένα μικρό κατσικάκι, με μεγάλα όνειρα, έχει τη μοναδική ευκαιρία να παίξει μαζί με επαγγελματίες στο roarball, ένα σκληρό άθλημα, που μοιάζει με μπάσκετ και στο οποίο κυριαρχούν τα πιο άγρια μεγάλα ζώα του κόσμου.

Προσεγμένο ψηφιακό animation, για το δικαίωμα στο όνειρο, που προβάλλεται και μεταγλωττισμένο στα ελληνικά με τις φωνές των Βασίλη Ντάρμα, Πηνελόπη Σκαλκώτου, Λάμπρο Φισφή, Αφροδίτη Αντωνάκη, Κώστα Τερζάκη κα.

Οι Ζωές των Άλλων

(«The Lives of Others») Η συγκλονιστική γερμανική ταινία του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ 20 χρόνια μετά την πρεμιέρα της σε επανέκδοση, για λίγες προβολές στον Δαναό. Η ζοφερή ιστορία ενός πράκτορα της διαβόητης Στάζι στην Ανατολική Γερμανία, που σήμερα γίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ, καθώς η παρακολούθηση έχει μεταβληθεί σε κάτι φυσιολογικό, με τη γνωστή δικαιολογία του εθνικού συμφέροντος, όπως και τότε. Μια υπέροχη ταινία και μια σημαντική υπενθύμιση για την αυταρχικότητα της εξουσίας.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.