Αρχαιολόγοι στην Αίγυπτο ανέσυραν από τον βυθό της Αλεξάνδρειας τεράστιους λίθους, βάρους έως και 80 τόνων, που συνδέονται με ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, τον Φάρο της Αλεξάνδρειας.
Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στο ανατολικό λιμάνι της πόλης, όπου οι ερευνητές κατάφεραν να ανασύρουν 22 ογκώδεις λίθους, άμεσα συνδεδεμένους με το θρυλικό μνημείο. Η ανακάλυψη θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα βήματα στην υποβρύχια αρχαιολογία της περιοχής.
Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, υπήρξε για αιώνες γνωστός μόνο μέσα από ιστορικές αναφορές και θρύλους. Με τη βοήθεια σύγχρονης τεχνολογίας, οι αρχαιολόγοι κατάφεραν να εντοπίσουν και να ανακτήσουν τμήματα του οικοδομήματος, ρίχνοντας νέο φως στην αρχιτεκτονική του σύνθεση.
Μεταξύ των ευρημάτων περιλαμβάνονται αρχιτεκτονικά στοιχεία όπως υπέρθυρα, στηρίγματα θυρών, κατώφλια και μεγάλες πλάκες δαπέδου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια άγνωστη έως σήμερα κατασκευή τύπου πυλώνα, που περιλαμβάνει αιγυπτιακής τεχνοτροπίας είσοδο, υποδεικνύοντας ότι ο φάρος είχε πιο περίπλοκη αρχιτεκτονική μορφή απ’ ό,τι πίστευαν οι ερευνητές, συνδυάζοντας αιγυπτιακές και ελληνικές επιρροές.
Το έργο του διεθνούς προγράμματος Pharos
Επικεφαλής της αποστολής είναι η αρχαιολόγος Isabelle Hairy. Η έρευνα εντάσσεται στο διεθνές πρόγραμμα Pharos, το οποίο στοχεύει στη δημιουργία ενός «ψηφιακού διδύμου» του Φάρου, δηλαδή μιας λεπτομερούς εικονικής ανακατασκευής του μνημείου.
Οι επιστήμονες θα προχωρήσουν σε λεπτομερή σάρωση και ανάλυση των λίθων για να μελετήσουν τις τεχνικές κατασκευής και να διαμορφώσουν θεωρίες σχετικά με τη μορφή και τη δομή του αρχικού οικοδομήματος.
Ο ιστορικός Φάρος της Αλεξάνδρειας
Τα ερείπια του Φάρου χρονολογούνται στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., όταν κατασκευάστηκε από το πτολεμαϊκό βασίλειο της Αιγύπτου, κατά τη βασιλεία του Πτολεμαίου Β΄ Φιλάδελφου (280–247 π.Χ.). Το ύψος του εκτιμάται ότι ξεπερνούσε τα 100 μέτρα, καθιστώντας τον ένα από τα ψηλότερα ανθρώπινα κατασκευάσματα της εποχής του.
Το μνημείο καταστράφηκε πλήρως έως τις αρχές του 14ου αιώνα μ.Χ., ύστερα από σειρά σεισμών που ξεκίνησαν γύρω στον 4ο αιώνα μ.Χ., προκαλώντας τη σταδιακή διάβρωση και βύθιση της ακτογραμμής και της γύρω περιοχής.
Για αιώνες τα υπολείμματα του Φάρου είχαν χαθεί. Η ανακάλυψή τους έγινε τυχαία, όταν οι τοπικές αρχές επιχείρησαν να διασώσουν το γειτονικό οχυρό της Ακρόπολης του Καϊτμπάι.
Η υποβρύχια ανασκαφή και τα ευρήματα
Η βυθισμένη αρχαιολογική περιοχή καλύπτει τουλάχιστον 13.000 τετραγωνικά μέτρα και περιλαμβάνει πάνω από 3.000 στοιχεία, σε βάθη από 2,6 έως 8,5 μέτρα. Ανάμεσά τους βρίσκονται αρχιτεκτονικοί λίθοι, αγάλματα και μεταλλικά εξαρτήματα από χαλκό, σίδηρο και μόλυβδο, που χρησιμοποιήθηκαν στην αρχική κατασκευή.
Οι συστηματικές υποβρύχιες ανασκαφές ξεκίνησαν το 1994 και συνεχίζονται κάθε χρόνο, με τους ερευνητές να δημιουργούν λεπτομερείς χάρτες και βάσεις δεδομένων για τα ευρήματα.
Ανασύνθεση του αρχαίου θαύματος
Ύστερα από περισσότερα από είκοσι χρόνια μελετών, οι επιστήμονες δηλώνουν ότι πλέον μπορούν να προτείνουν ιστορικές ερμηνείες του χώρου και να ξεκινήσουν μερικές ανακατασκευές των μνημείων που υπήρχαν εκεί.
Το έργο υποστηρίζεται από το Γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών και το Αιγυπτιακό Υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων, ενισχύοντας τη διεθνή συνεργασία για την ανάδειξη ενός από τα πιο εμβληματικά μνημεία της αρχαιότητας.







