Ο φραπέ παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ελληνικά ροφήματα, σύμβολο της ανεμελιάς και της παρέας που χαρακτήρισε δεκαετίες καλοκαιριών. Αν και τα τελευταία χρόνια παραγκωνίστηκε από τον freddo, εξακολουθεί να έχει φανατικούς υποστηρικτές που τον εντάσσουν στην καθημερινότητά τους. Το εντυπωσιακό είναι ότι η Gen Z δείχνει να τον ανακαλύπτει εκ νέου, δίνοντάς του μια φρέσκια πνοή.
Η γέννηση ενός μύθου
Η ιστορία του φραπέ ξεκινά το 1957, στη Θεσσαλονίκη, κατά τη διάρκεια της 22ης Διεθνούς Έκθεσης. Ο Δημήτρης Βακόνδιος, υπάλληλος της έκθεσης και λάτρης του ζεστού στιγμιαίου καφέ, θέλησε να ετοιμάσει τον καφέ του χωρίς να διαθέτει ζεστό νερό. Αντ’ αυτού, χρησιμοποίησε κρύο νερό, στιγμιαίο καφέ και ζάχαρη, τα χτύπησε σε σέικερ και δημιούργησε τυχαία ένα νέο ρόφημα.
Έτσι γεννήθηκε ο φραπέ — ένας παγωμένος καφές με πλούσιο αφρό που γρήγορα έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής καθημερινότητας. Η ονομασία του προέρχεται από τη γαλλική λέξη frappé, που περιγράφει το χαρακτηριστικό «χτύπημα» του καφέ.
Η πρώτη ύλη και ο μύθος του «βαρύ» καφέ
Ο φραπέ παρασκευάζεται με στιγμιαίο καφέ, έναν αφυδατωμένο καφέ φίλτρου που έχει φιλτραριστεί επανειλημμένα και στεγνώσει πλήρως πριν πάρει τη μορφή των γνωστών κόκκων. Το χτύπημα με νερό σε θερμοκρασία δωματίου είναι απαραίτητο για σωστή διάλυση και αφρό.
Παρά τον διαδεδομένο μύθο, ο στιγμιαίος καφές δεν είναι ο πιο «βαρύς» σε καφεΐνη· περιέχει περίπου 65–100 mg ανά φλιτζάνι, λιγότερα από τον καφέ φίλτρου, ο οποίος μπορεί να φτάσει τα 120 mg.
Από την κλασική συνταγή στις δημιουργικές παραλλαγές
Η παραδοσιακή συνταγή του φραπέ περιλαμβάνει στιγμιαίο καφέ, ζάχαρη, λίγο νερό σε θερμοκρασία δωματίου, γάλα – συχνά εβαπορέ – και στη συνέχεια πάγο και κρύο νερό. Με το πέρασμα των χρόνων, απέκτησε πολλές παραλλαγές: με παγωτό, με Baileys, με ζαχαρούχο γάλα ή ακόμη και με σαντιγί και σιρόπια.
Ο στιγμιαίος καφές βρήκε επίσης θέση στη ζαχαροπλαστική, σε τιραμισού, παγωτά και milkshakes, αποδεικνύοντας την ευελιξία του.
Τα μυστικά της επιτυχίας
Το νερό είναι καθοριστικός παράγοντας: αν είναι πολύ κρύο, ο καφές δεν διαλύεται σωστά. Ο ιδανικός αφρός προκύπτει όταν ο καφές χτυπηθεί με γάλα πριν προστεθούν πάγος και νερό. Για όσους προτιμούν τον σκέτο καφέ, το δυνατό χτύπημα καφέ, ζάχαρης και λίγου νερού δημιουργεί μια «μαρέγκα» που χαρίζει πλούσια υφή.
Ο στιγμιαίος καφές είναι πλούσιος σε αντιοξειδωτικά, δρα τονωτικά και έχει μόλις δύο θερμίδες. Οι σύγχρονες προσθήκες – όπως σιρόπια και κρέμες – είναι αυτές που αυξάνουν το θερμιδικό περιεχόμενο.
Η νοσταλγία του πιο ελληνικού καφέ
Ο φραπέ έχει αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στις μνήμες των Ελλήνων. Από τα ραντεβού στον θρυλικό Λέντζο στο Παγκράτι, όπου πολιτικοί, καλλιτέχνες και πολίτες μοιράζονταν το ίδιο τραπέζι, μέχρι τις ατελείωτες κουβέντες σε μπαλκόνια και αυλές, αποτέλεσε μια καθημερινή τελετουργία.
Αν και σήμερα έχει δώσει τη θέση του σε πιο σύγχρονα είδη καφέ, παραμένει για πολλούς ο πιο ελληνικός καφές. Ένα ρόφημα που ενσωματώνει μνήμη, γεύση και κομμάτι της νεοελληνικής ταυτότητας.
Πώς πίνει τον φραπέ η Gen Z – και γιατί τον κάνει ξανά μόδα
Η νέα γενιά δεν περιορίζεται στην αναβίωση του φραπέ· τον επανερμηνεύει. Το εμβληματικό ρόφημα των ελληνικών καλοκαιριών επιστρέφει με vintage αισθητική, αλλά σε πιο σύγχρονες εκδοχές. Η Gen Z προτιμά εναλλακτικά γάλατα, όπως βρώμης ή αμυγδάλου, λιγότερη ή και καθόλου ζάχαρη, δημιουργώντας ροφήματα που θυμίζουν περισσότερο iced coffee.
Ο φραπέ ταιριάζει στη φιλοσοφία του little treat — μια μικρή, προσιτή καθημερινή απόλαυση. Για μια γενιά που ζει σε έντονους ρυθμούς και αναζητά οικονομικές επιλογές, αποτελεί εύκολη λύση για την καθημερινή δόση καφεΐνης χωρίς μεγάλο κόστος.
Η κρεμώδης υφή του και η δυνατότητα προσαρμογής του στις τάσεις των social media τον καθιστούν ξανά δημοφιλή. Με μοντέρνα ποτήρια, minimal αισθητική και instagrammable παρουσίες, ο φραπέ επιστρέφει δυναμικά, κατακτώντας τη νέα γενιά των Ελλήνων λάτρεων του καφέ.






