- Η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας δήλωσε ότι δεν είχε καμιά ενημέρωση εκ των προτέρων για την αύξηση των τελωνειακών δασμών στο 25% από τις ΗΠΑ σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων της.
- Ο υπουργός Εμπορίου της Νότιας Κορέας, Κιμ Τζουνγκ-κουάν, που βρίσκεται στον Καναδά, σχεδιάζει να μεταβεί άμεσα στις ΗΠΑ για συνομιλίες με τον αμερικανό υπουργό Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ.
- Η Σεούλ επισημαίνει ότι σκοπεύει να διεξαγάγει συνομιλίες με την Ουάσιγκτον το συντομότερο δυνατόν για το ζήτημα των δασμών.
Η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας τόνισε ότι δεν είχε καμιά ενημέρωση εκ των προτέρων για την αναγγελθείσα το βράδυ χθες Δευτέρα από τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ αύξηση στο 25% των τελωνειακών δασμών σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων της που εξάγονται στις ΗΠΑ και πρόσθεσε ότι έχει σκοπό να διεξαγάγει συνομιλίες με την Ουάσιγκτον το συντομότερο δυνατόν.
«Δεν υπήρξε καμιά επίσημη ειδοποίηση από πλευράς της κυβέρνησης των ΗΠΑ (…) ως αυτό το στάδιο», ανέφερε η νοτιοκορεατική προεδρία σε ανακοίνωσή της. «Ο υπουργός Εμπορίου Κιμ Τζουνγκ-κουάν, ο οποίος βρίσκεται αυτή τη στιγμή στον Καναδά, σχεδιάζει επίσης να μεταβεί στις ΗΠΑ το συντομότερο δυνατόν για να συζητήσει με τον αμερικανικό υπουργό Εμπορίου (σ.σ. Χάουαρντ) Λάτνικ για το ζήτημα αυτό», πρόσθεσε η Σεούλ.
Από το 15% στο 25% οι ανταποδοτικοί δασμοί των ΗΠΑ στη Νότια Κορέα
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την αύξηση των δασμών στο 25% για τις εισαγωγές αυτοκινήτων, ξυλείας και φαρμακευτικών προϊόντων από τη Νότια Κορέα, κατηγορώντας τη Σεούλ ότι δεν εφαρμόζει τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σύμφωνα με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο πρόεδρος των ΗΠΑ δήλωσε: «Επειδή η κορεατική Βουλή δεν έχει θέσει σε ισχύ την ιστορική εμπορική συμφωνία (με τις ΗΠΑ), κάτι που είναι δικαίωμά τους, αυξάνω τους δασμούς σε αυτοκίνητα, ξυλεία και φαρμακευτικά προϊόντα από τη Νότια Κορέα, και όλους τους άλλους ανταποδοτικούς δασμούς από 15% σε 25%».
Η απόφαση αυτή εντάσσεται στη συνεχιζόμενη εμπορική πολιτική του Τραμπ, που δίνει έμφαση στην προστασία της αμερικανικής βιομηχανίας και στην επαναδιαπραγμάτευση διεθνών συμφωνιών με στόχο πιο ευνοϊκούς όρους για τις ΗΠΑ.







