Ο Ντέιβιντ Γουίλκινσον, σκηνοθέτης της ταινίας «The Marbles», μιλά στο «Buongiorno» για το διαχρονικό ζήτημα του επαναπατρισμού των Γλυπτών του Παρθενώνα, ένα θέμα που εξακολουθεί να συγκινεί και να διχάζει τη διεθνή κοινότητα.
Το ντοκιμαντέρ «The Marbles (Τα Μάρμαρα)» επαναφέρει στο προσκήνιο μία από τις πιο έντονες πολιτιστικές και ηθικές συζητήσεις της εποχής μας: την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα. Μέσα από νέα ματιά και σύγχρονη κινηματογραφική προσέγγιση, ο σκηνοθέτης διερευνά τόσο την ιστορική πορεία της αφαίρεσης των Γλυπτών όσο και το πάγιο αίτημα της χώρας για τον επαναπατρισμό τους. Παράλληλα, η ταινία ανοίγει τον διάλογο γύρω από το πώς οι πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις μπορούν ή οφείλουν να αποκαταστήσουν ιστορικές αδικίες, εντάσσοντας το ελληνικό αίτημα σε ένα ευρύτερο διεθνές πλαίσιο.
Ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Νίκολας Γουίλκινσον, μιλώντας αποκλειστικά στο «Buongiorno» και στον Δημήτρη Μαυροκεφαλίδη, αναφέρθηκε στις προοπτικές που ανοίγει το ντοκιμαντέρ. «Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο λόρδος Έλγιν που είναι ο κακός της ταινίας, ήταν Σκωτσέζος. Και κατά τύχη αλλά και βάσει σχεδίου, η χώρα γέννησής του είναι από τις χώρες που κατέχουν τα πρωτεία σε όλον τον κόσμο στις επιστροφές αρχαιοτήτων», σημείωσε.
Στη συνέχεια πρόσθεσε: «Έτσι, προκύπτει μία περίεργη αντιπαραβολή ανάμεσα σε ό,τι συμβαίνει στην Σκωτία με την επιστροφή αρχαιοτήτων, και τι συμβαίνει στην Αγγλία. Και, τελευταία, μάλιστα, δεν μιλάμε καν για την Αγγλία. Συμβαίνει μόνο στο Λονδίνο. Πρόκειται για το εθνικό μουσείο. Συμβαίνει μόνο στο Βρετανικό Μουσείο. Και πιστεύω ότι μουσεία σε ολόκληρο τον κόσμο, όπως θα δείτε και στο ντοκιμαντέρ, οι Ιταλοί και οι Γάλλοι έχουν επιστρέψει αρχαιότητες στην Αθήνα, που είχαν στην κατοχή τους. Και ξαφνικά εμείς οι Βρετανοί, γινόμαστε, εάν δεν προσέξουμε, πολύ Βικτωριανοί, πολύ οπισθοδρομικοί στην συμπεριφορά μας».
Αναφερόμενος τέλος στον χαρακτηρισμό της υπόθεσης των Γλυπτών ως «την μεγαλύτερη ληστεία στην Ιστορία», ο Γουίλκινσον υπογράμμισε: «Πολύ απλά, είναι η μεγαλύτερη ληστεία. Εάν κάποιος θα πλήρωνε 100 εκ. δολάρια για έναν πίνακα του Βαν Γκονγκ, ποια είναι η αξία για τα Γλυπτά στο σύνολό τους; Μιλάμε για δισεκατομμύρια. Και δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο στην Ιστορία του πολιτισμού μας που εκλάπη από μία χώρα και παραμένει σε μία άλλη. Δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορεί να συγκριθεί».






