Σε σοβαρό πρόβλημα για την κυπριακή οικονομία, εξελίσσεται η φυγή ρωσικών κεφαλαίων από το νησί. Οι ρώσοι ολιγάρχες, που αποτελούν τους βασικούς στυλοβάτες του τραπεζικού συστήματος, φαίνεται να προσπαθούν να «κρύψουν» σε άλλες χώρες κεφάλαια καθώς εντείνεται η μάχη για την καταπολέμηση του μαύρου χρήματος.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του philenews.gr, lόγω του ότι Ρώσοι πελάτες κλείνουν τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο, σ’ ένα μήνα έφυγαν καταθέσεις 93 εκατ. και σ’ ένα δίμηνο, τέλος Φεβρουαρίου η μείωση ήταν 140 εκατ. ευρώ. Σε σχέση με ένα χρόνο πριν η μείωση ήταν 1,34 δισ. και σε σύγκριση με δύο χρόνια πριν ήταν ακόμη πιο μεγάλη και έφθασε τα 2,65 δισ. ευρώ/
Η μείωση στην παρουσία των Ρώσων καταθετών στις κυπριακές τράπεζες φαίνεται να σχετίζεται με την προσπάθεια που γίνεται σε διεθνές επίπεδο για την καταπολέμηση του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος εντός της ΕΕ. Ακόμη και από το τέλος του 2013,  χρονιά που έγινε το κούρεμα, οι καταθέσεις των Ρώσων στο τραπεζικό σύστημα της Κύπρου ήταν σε καλά επίπεδα.

Με βάση τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας ήταν €11,76 δισ. τέλος του 2013 σημειώνοντας υποχώρηση €4,95 δισ. μέχρι τον Φεβρουάριο του 2019. Από το 2015 και μέχρι το δεύτερο μήνα του έτους τα ρωσικά κεφάλαια που έφυγαν από τις τράπεζες ήταν €5 δισ. σύμφωνα με τα στοιχεία του ρεπορτάζ.

Η αξιολόγηση από τη Moneyval εντός του 2019 αναμένεται με ενδιαφέρον, καθώς η Κύπρος είναι στο στόχαστρο επικριτών, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ. Κατά καιρούς διάφορα δημοσιεύματα του ξένου Τύπου προβάλλουν ισχυρισμούς που έχουν σχέση με τη διακίνηση «περίεργων» ρωσικών χρημάτων από και προς την Κύπρο.
Η τελευταία ολοκληρωμένη αξιολόγηση από τη Moneyval έγινε το 2011, ωστόσο, η σωρεία κατηγοριών που είχαν αφεθεί μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013, σε σχέση με τις ρωσικές καταθέσεις στην πρώην Λαϊκή Τράπεζα και στην Τράπεζα Κύπρου, οδήγησε την αρμόδια Αρχή να προβεί σε ενδιάμεση αξιολόγηση της Κύπρου.
Σημειώνεται ότι η Λευκωσία παρακολουθείται στενά και από τo δίκτυο καταπολέμησης χρηματοοικονομικών εγκλημάτων των ΗΠΑ, γνωστό ως FinCEN.