Ο ανώτατος δικαστής με την πρωτοφανή και ιδιαίτερα συμβολική και σημειολογική κίνησή του, καθώς δεν έχει υπάρξει στο παρελθόν παραίτηση ανώτατου δικαστικού σε τέτοιο επίπεδο πριν από τη λήξη της θητείας του, δημιούργησε μείζον πολιτικό θέμα. Η παραίτηση του Νίκου Σακελλαρίου από την προεδρία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενάμιση μήνα πριν από τη λήξη της θητείας του, έπεσε σαν βόμβα στο Μέγαρο Μαξίμου, επιβαρύνοντας κι άλλο το ήδη κακό κλίμα που υπάρχει στις σχέσεις κυβέρνησης με τμήμα της Δικαιοσύνης.
Ο Αλέξης Τσίπρας πληροφορήθηκε στη Σόφια, όπου βρίσκεται για τη Σύνοδο της ΕΕ, την κίνηση του δικαστή που κατά πολλούς χτύπησε στην «καρδιά» του Μεγάρου Μαξίμου.
Από το πρωθυπουργικό επιτελείο έγινε αμέσως προσπάθεια να υποβαθμιστεί το «χτύπημα» Σακελλαρίου, με τον οποίο υπήρχε πολύ κακό κλίμα τους τελευταίους μήνες, καθώς η σχέση του ανώτατου δικαστικού με την κυβέρνηση πέρασε από σαράντα κύματα και οι κρίσεις ήταν πάρα πολλές.
Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής και εκ των στενών συνεργατών του Τσίπρα Νίκος Παππάς εξαπέλυσε επίθεση στον Σακελλαρίου με ειρωνική διάθεση και με την επισήμανση – εκφράζει πολλούς στο Μέγαρο Μαξίμου – ότι θα έπρεπε να έχει παραιτηθεί από το 2016. «Αν τον κ. Σακελλαρίου τον ενοχλούσε η παραβίαση του δικαστικού απορρήτου, έπρεπε να έχει παραιτηθεί από τον Οκτώβρη του 2016» έγραψε στο Τwitter, αναφερόμενος στις διαρροές για το θέμα των τηλεοπτικών αδειών.
Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι ο υπουργός Δικαιοσύνης Σταύρος Κοντονής που έκανε αποδεκτή την παραίτηση του Σακελλαρίου σημείωσε πως «η παραβίαση του δικαστικού απορρήτου υποβαθμίζει κατάφωρα τον θεσμό της Δικαιοσύνης και δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά στους πολίτες».
Σε μια χρονική στιγμή που η καχυποψία κυριαρχεί, ο υπουργός Δικαιοσύνης κάλεσε τους δικαστικούς λειτουργούς να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να συνεχίσουν το έργο τους απρόσκοπτα, περιφρουρώντας το κύρος του θεσμού που υπηρετούν και θωρακίζοντας με τη συμπεριφορά τους τους δικονομικούς κανόνες που είναι υποχρεωμένοι να εφαρμόζουν απαρεγκλίτως.
Για μια ακόμη φορά οι σχέσεις κυβέρνησης και τμήματος της Δικαιοσύνης βρίσκονται σε οριακό σημείο και πολλοί ενθυμούνται τη δημόσια αντιπαράθεση Κοντονή και Σακελλαρίου για μια σειρά υποθέσεων, όπως, π.χ. για το ζήτημα του πόθεν έσχες των δικαστικών λειτουργών.
Πριν από μήνες, ο Σακελλαρίου, κινούμενος στην ίδια γραμμή όπως και τη χρονική στιγμή της παραίτησής του, μιλώντας στην ετήσια γενική συνέλευση της Ενωσης Εισαγγελέων Ελλάδας, έκανε καταγγελία για «ωμή παρέμβαση στο χώρο της Δικαιοσύσης» με αναφορά ότι «οι αποφάσεις, θέλει – δεν θέλει κανείς, πρέπει να γίνονται σεβαστές».
Η κίνηση τότε του Σακελλαρίου προκάλεσε την οργή Κοντονή στον οποίο απάντησε με έντονο ύφος η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων μέσω του Νίκου Σαλάτα, ενώ η Νέα Δημοκρατία, σημείωσε ότι δεν υπάρχει προηγούμενο η ηγεσία της Δικαιοσύνης να καταγγέλλει δημοσίως τον καθ" ύλην αρμόδιο υπουργό για ωμή παρέμβαση στο έργο της και είχε ζητήσει την παραίτηση του υπουργού Δικαιοσύνης.
Ανοικτό μέτωπο. Μεταξύ της κυβέρνησης και σημαντικού τμήματος της Δικαιοσύνης υπάρχει απόσταση, καθώς από τη μια πλευρά κυβερνητικοί παράγοντες μιλάνε παρασκηνιακά για «κόμμα δικαστών» που κατά διαστήματα αυτονομείται και δημιουργεί πολιτικά θέματα και από την άλλη στελέχη της αντιπολίτευσης αναφέρονται αόριστα και χωρίς ονόματα, για «εργαλειοποίηση» της Δικαιοσύνης και αξιοποίηση «υποσυστημάτων της» για προφανείς πολιτικούς λόγους.
Οπως προκύπτει από τα όσα συζητούνται στο παρασκήνιο, δεν προβλέπεται να πέσουν οι τόνοι και το μέτωπο της κυβέρνησης και τμήματος της Δικαιοσύνης αναμένεται να παραμείνει ανοικτό με ό,τι αυτό σημαίνει για τις ισορροπίες μεταξύ των δύο εξουσιών.
Το κλίμα είναι πολύ βαρύ, οι τόνοι έχουν ανέβει υπέρμετρα, ενώ η σύγκρουση μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας δεν έχει προηγούμενο από το 1989 και μετά και ειδικά σε ιδιαίτερα φορτισμένες πολιτικά περιόδους, όπως αυτή του Ειδικού Δικαστηρίου το 1991. Και πολλοί ενθυμούνται ότι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός πριν από καιρό κάλυψε πλήρως όσους ασκούν κριτική σε δικαστικές αποφάσεις, ανοίγοντας ομπρέλα προστασίας σε μέλη της κυβέρνησης και βουλευτές που κατά καιρούς επιτίθενται σε δικαστικούς λειτουργούς.
Μετωπική Κοντονή – Βερβεσού. Το συγκρουσιακό κλίμα αναδεικνύεται και από τη μετωπική του Σταύρου Κοντονή με τον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας Δημήτρη Βερβεσό, στη σκιά της παραίτησης Σακελλαρίου. «Το δημόσιο συμφέρον δεν μπορεί να ταυτίζεται με το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου», είχε αντιδράσει ο πρόεδρος του ΔΣΑ, προσθέτοντας πως «η διαφύλαξη των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το Σύνταγμα είναι αδιαπραγμάτευτη και επαφίεται πρωτίστως στην ανεξάρτητη ελληνική Δικαιοσύνη».
Ο υπουργός Δικαιοσύνης, ωστόσο, εξέλαβε τη δήλωση ως «αήθη και ανερμάτιστη επίθεση» και κατηγόρησε τον Δημήτρη Βερβεσό ότι «εκτρέπεται σε συκοφαντίες, κάνοντας χρήση της θέσης του» και πως «δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μεγαλοδικηγορικών γραφείων». Συνδύασε δε την αντίδραση του προέδρου του ΔΣΑ και με τις κυβερνητικές εξαγγελίες περί «τριχοτόμησης του υδροκέφαλου Πρωτοδικείου Αθηνών».