Το χωριό των 1.200 κατοίκων βρίσκεται ανάμεσα σε λόφους με αμπέλια, σε αυτή την όμορφη περιοχή, περίπου μιάμιση ώρα νοτιοδυτικά της Φρανκφούρτης. Σήμερα έχει έναν φούρνο και ένα χασάπικο. Κάθε χρόνο στο Φεστιβάλ Ζάουμαγκενκερβε γιορτάζεται η διάσημη τοπική λιχουδιά: χοιρινό στομάχι γεμιστό με βότανα, πατάτες και λουκάνικο. Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι η επιλογή εκατομμυρίων Αμερικανών για τον Λευκό Οίκο, όμως στην πατρίδα του παππού του δεν είναι καθόλου δημοφιλής. Κάτι που, φαίνεται, μοιράζεται με τον πρόγονό του.
Ο Φρίντριχ Τραμπ γεννήθηκε στο Κάλσταντ, σε οικογένεια αμπελουργών στις 14 Μαρτίου 1869. Οι προηγούμενες γενιές της οικογένειας χρησιμοποιούσαν παραφθορές του ονόματος: Ντρομπ, Τραμπφ και Ντραμπφ, σύμφωνα με έρευνα της ιστορικού Γκουέντα Μπλερ, όμως στα τέλη του 19ου αιώνα είχαν καταλήξει στο Τραμπ. Η Γερμανία τότε δεν υπήρχε ως κράτος. Το Κάλσταντ ήταν μέρος της επαρχίας του Παλατινάτου που ανήκε στο Βασίλειο της Βαυαρίας. Οι καιροί ήταν δύσκολοι, με μεγάλη ανεργία. Πολλοί νέοι έφευγαν.
Ο πατέρας του Φρίντριχ πέθανε όταν εκείνος ήταν μόλις 8 ετών. Στα 16 του, ο μικρός αποφάσισε να ακολουθήσει την αδελφή του Καταρίνα, που είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ δύο χρόνια νωρίτερα. Εφθασε στη Νέα Υόρκη με το πλοίο «Eider» στις 19 Οκτωβρίου 1885. Μπήκε στη χώρα νόμιμα, όμως είχε φύγει από τη Βαυαρία παράνομα, διότι δεν είχε πληρώσει την εγγύηση που απαιτούνταν και εξασφάλιζε ότι θα επέστρεφε για την υποχρεωτική στρατιωτική του θητεία. Σύμφωνα με επίσημα αρχεία, η βαυαρική υπηκοότητα αφαιρέθηκε από τον Φρίντριχ, έπειτα από δικό του αίτημα, 4 χρόνια μετά την άφιξή του στην Αμερική.
Ποτά και γυναίκες για τους χρυσωρύχους
Στη Νέα Υόρκη εργάστηκε ως μπαρμπέρης, αναζητούσε όμως τρόπους να κάνει λεφτά. Ο πυρετός του χρυσού τον οδήγησε στο Σιάτλ και από κει πιο βόρεια, κοντά στην Αλάσκα, στο χωριό Μπένετ του Καναδά. Μαζί με τον συνέταιρό του Ερνεστ Λέβιν άνοιξαν το «Αρκτικό εστιατόριο» που λειτουργούσε όλο το 24ωρο και διέθετε «ιδιαίτερα σεπαρέ για κυρίες και πάρτι», σύμφωνα με τη διαφήμιση που μπορεί να δει κάποιος στην έκδοση της τοπικής εφημερίδας τον Δεκέμβριο του 1899. Στα σεπαρέ υπήρχαν ένα κρεβάτι και μια ζυγαριά χρυσού, ώστε ο πελάτης να πληρώνει τις κυρίες για τις υπηρεσίες τους. Οι χρυσωρύχοι συγκεντρώνονταν στον καναδικό Βορρά και ο Τραμπ απέκτησε γρήγορα περιουσία –χάρη στο καλά οργανωμένο μπορντέλο. Οταν ο Φρίντριχ αποφάσισε να φύγει το 1901, ήταν πλέον πλούσιος.
Περιουσία και απέλαση
Επισκέφθηκε την πατρίδα του και κατέθεσε στην τοπική τράπεζα του Κάλσταντ 80.000 μάρκα –περίπου μισό εκατομμύριο ευρώ σήμερα. Εκεί συνάντησε την 20χρονη Ελιζαμπέτ Κριστ. Αρραβωνιάστηκαν και παντρεύτηκαν τον Αύγουστο του 1902. Εχοντας χάσει την υπηκοότητα, επέστρεψε στη Νέα Υόρκη και άρχισε να αγοράζει ακίνητα στην περιοχή της Νέας Υόρκης.
Το ζεύγος Τραμπ απέκτησε μια κόρη, ο Φρίντριχ όμως είχε υποσχεθεί στη γυναίκα του ότι θα πωλούσε την περιουσία του και θα επέστρεφαν στη Γερμανία. Το προσπάθησαν, όμως τον Φεβρουάριο του 1905 οι γερμανικές Αρχές αποφάσισαν την απέλαση του Φρίντριχ επειδή είχε απαρνηθεί την υπηκοότητά του. Επέστρεψαν οριστικά στη Νέα Υόρκη, όπου το καλοκαίρι της χρονιάς γεννήθηκε ο πατέρας του Ντόναλντ, Φρεντ.
Ο Φρίντριχ πέθανε τον Μάιο του 1918 στη διάρκεια της επιδημίας της ισπανικής γρίπης.
Μια άλλη εκδοχή
Τον Φεβρουάριο του 2012, η Σιμόν Βέντελ, γερμανίδα κινηματογραφίστρια από το Κάλσταντ, ζήτησε να συναντηθεί με τον Ντόναλντ Τραμπ. Δύο χρόνια νωρίτερα είχε αρχίσει να κάνει έρευνα για το ντοκιμαντέρ «Βασιλιάδες του Κάλσταντ», με θέμα τα δύο πιο διάσημα τέκνα του χωριού: τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Χένρι Τζον Χάινζ, δημιουργό της γνωστής μάρκας κέτσαπ. Μέχρι το 1990 ο Τραμπ ισχυριζόταν ότι η οικογένειά του κατάγεται από τη Σουηδία, μια εκδοχή της οικογενειακής ιστορίας που είχε εφεύρει ο πατέρας του για να αποφύγει την αντιγερμανική κατακραυγή στις ΗΠΑ στη διάρκεια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Ομως όταν πια η Βέντελ συνάντησε τον Ντόναλντ, εκείνος είχε αποδεχθεί τις γερμανικές του ρίζες. «Οι άνθρωποι μεγαλώνουν καλά στο Κάλσταντ» της είπε θαυμάζοντας τις φωτογραφίες του σπιτιού όπου γεννήθηκε ο παππούς του. Οταν η συνέντευξη τελείωσε, η Βέντελ συναντήθηκε τυχαία με τον γιο του Τραμπ, Ερικ. «Εχεις ακούσει ποτέ για το Κάλσταντ;» τον ρώτησε. «Κάλσταντ;» είπε εκείνος. «Οχι, τι είναι;».
Μικρή Γερμανία
Πίσω στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι γερμανοί μετανάστες συνέχιζαν να καταφθάνουν στο Κάτω Μανχάταν, που είχε γίνει πλέον η τρίτη μεγαλύτερη γερμανόφωνη πόλη στον κόσμο, μετά το Βερολίνο και τη Βιέννη –οι ντόπιοι την αποκαλούσαν Μικρή Γερμανία. Σε μια περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται η Τσάιναταουν, στην οδό Φορσάιθ, ο παππούς Φρίντριχ αγόρασε το πρώτο του κτίριο. Ακολούθησαν πολλά άλλα σε υποβαθμισμένες συνοικίες της μεγαλούπολης. Μετακόμιζε και αγόραζε το κτίριο. Ξανά και ξανά. Τελικά εγκαταστάθηκε στο Κουίνς, εκεί όπου μεγάλωσαν ο γιος και ο εγγονός του.
Φλερτ με την Κου Κλουξ Κλαν
Ο Φρεντ, πατέρας του 45ου προέδρου των ΗΠΑ, ακολούθησε τον δρόμο του πατέρα του στην αγορά ακινήτων. Εκμεταλλεύθηκε την πολιτική του New Deal και χρησιμοποίησε κρατικές επιδοτήσεις και «παραθυράκια» του νόμου προκειμένου να αρχίζει να χτίζει οικοδομικά συγκροτήματα στις δεκαετίες του ’40 και του ’50. Αυτά τα ακίνητα αποτέλεσαν τη βάση για τη μεγάλη σημερινή περιουσία του Ντόναλντ. Ομως και οι ιδεολογικές ρίζες του πατρός φαίνεται ότι έχουν αποτελέσει τη βάση για το σημερινό φαινόμενο Τραμπ.
Τον Μάιο του 1927 ξέσπασαν βίαια επεισόδια στη Νέα Υόρκη μεταξύ συμπαθούντων του ιταλικού φασιστικού κινήματος και μελών της Κου Κλουξ Κλαν. Στο Κουίνς παρήλασαν 1.000 μέλη της ρατσιστικής οργάνωσης φορώντας λευκές κελεμπίες. Στις συγκρούσεις που ακολούθησαν συνελήφθησαν 7 άνδρες. Ενας εξ αυτών ήταν ο Φρεντ Τραμπ τζούνιορ, τότε 22 ετών.
Μια ζοφερή ιστορία…
Το 1936 ο Φρεντ παντρεύτηκε τη σκωτσέζα μετανάστρια Μέρι Αν Μακλάουντ που είχε φθάσει με 50 δολάρια στη Νέα Υόρκη και εργαζόταν για χρόνια ως οικιακή βοηθός. Απέκτησαν πέντε παιδιά: την Μαριάν, τον Ρόμπερτ, την Ελίζαμπετ, τον Ντόναλντ και τον Φρέντι τζούνιορ. Η σχέση των δύο νεότερων αδελφών δεν ήταν καλή. Ο Φρέντι ήταν χαλαρός και ο Ντόναλντ συνέχεια του έκανε επιθέσεις. Η οικογένεια θεωρούσε τον Φρέντι, ο οποίος ήταν ευφυής και κάποια στιγμή θεωρήθηκε ως πιθανός διάδοχος του πατέρα, ως το «μαύρο πρόβατο». Πέθανε αλκοολικός το 1981 σε ηλικία 43 ετών, αρνούμενος να προσαρμοστεί στο ασφυκτικό περιβάλλον.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι έμαθε, παρακολουθώντας την πορεία του αδελφού του, πως «οι κακές επιλογές μπορεί να οδηγήσουν στην καταστροφή ακόμα και κάποιον που είναι γεννημένος για να επιτύχει». Ο Φρέντι προσπαθούσε να σπάσει το αυστηρό πλαίσιο της οικογένειας. Μάλιστα κάποτε αφηγήθηκε πως οι υπόλοιποι σοκαρίστηκαν «όταν μετακόμισε στη γειτονιά μας η πρώτη οικογένεια ιταλών μεταναστών. Δεν τους ήθελαν με τίποτα». Η σκοτεινή ιστορία του Φρέντι, που ήταν οκτώ χρόνια νεότερος του Ντόναλντ, χρησιμοποιήθηκε ως παράδειγμα για τους κινδύνους που ελλόχευαν εάν κάποιος δεν συμμορφωνόταν σε αυτή την οικογένεια με τον τελειομανή σκληρό πατριάρχη και τον επιθετικό μικρότερο αδελφό.
…και ένα αναπάντεχο τέλος
Τη δεκαετία του 1970 ο Ντόναλντ είχε ήδη μπει με τα καλά στην οικογενειακή επιχείρηση και στην αγορά ακινήτων του Μανχάταν. Ηταν φωνακλάς, του άρεσε η δημοσιότητα και σύμφωνα με τον βιογράφο του δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί περισσότερο από ένα λεπτό σε κάποιο θέμα. Αρχισε να αγοράζει και να κατασκευάζει καζίνα και ουρανοξύστες δίνοντας παντού το όνομά του. Χρησιμοποίησε το ριάλιτι σόου «The Apprentice» (Ο Μαθητευόμενος) για να γίνει πρότυπο επιχειρηματικότητας και να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη φήμη. Τον γαλούχησε η οικογενειακή δίψα για χρήμα και εξουσία που διέκρινε τόσο τον παππού Φρίντριχ όσο και τον πατέρα Φρεντ. Αναπάντεχα, στα 70 του, τον έφερε μέχρι τον Λευκό Οίκο. Και να σκεφτεί κανείς ότι όλα ξεκίνησαν από ένα πορνείο του καναδικού Βορρά.