Ο ανυποψίαστος επισκέπτης που πίνει αμέριμνος τον καφέ του στην κεντρική πλατεία της Κέρκυρας δύσκολα μπορεί να φανταστεί σήμερα τις τρομακτικές σκηνές που λάμβαναν χώρα στο ίδιο μέρος κάποιους αιώνες πριν, όταν οι παράγοντες της Εκκλησίας αφόριζαν έναν πιστό με την κατάρα αυτός να παραμείνει μετά θάνατον «εσαεί άλυτος και τυμπανιαίος» και να μετατραπεί σε «βρικόλακα». Μαυροντυμένες πομπές ιερέων που έψελναν πένθιμα τροπάρια σταματούσαν μπροστά σε κάποια εκκλησία για να διαβάσουν το περίφημο «αφοροχάρτι», ενώ οι πιστοί παραληρούσαν από τον φόβο τους. Περιηγητές στα τέλη του 18ου αιώνα αναφέρονται με έκπληξη στις σκηνές ομαδικής υστερίας που καταλάμβανε τους πληθυσμούς μπροστά στον φόβο των βρικολάκων περιγράφοντας απίστευτες σκηνές, παντελώς ασύλληπτες για τον σύγχρονο αναγνώστη: εκταφές πτωμάτων που ακολουθούνταν από κάρφωμα της καρδιάς τους, βγάλσιμο των ζωτικών οργάνων και βράσιμό τους σε ξίδι, κάψιμο του κουφαριού και πέταγμα της στάχτης στη θάλασσα, προκειμένου οι πανικόβλητες κοινωνίες να απαλλαγούν από τα δεινά που (φαντάζονταν ότι) θα τους προκαλούσε η εμφάνιση του βρικολακιασμένου νεκρού. 
Τις παραπάνω τρομακτικές εικόνες που έξοχα περιγράφει η Αριάδνη Γερούκη στο βιβλίο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών «Οι συλλογικοί φόβοι στην Ιστορία» έφερε στον νου μου η έκδοση του εντυπωσιακού βιβλίου με τίτλο «Αναπάντεχες αφηγήσεις του παρελθόντος». Την πρωταπριλιά του 2014 η επιστημονική εταιρεία Ομιλος για τη Μελέτη της Ιστορίας και της Κοινωνίας (ΟΜΙΚ) πραγματοποίησε στο κέντρο της Αθήνας μια ανατρεπτική ημερίδα (με πρωτοφανή μάλιστα για τα δεδομένα των ιστορικών σπουδών επιτυχία) αφιερωμένη στα παράδοξα, τα περίεργα και τα αστεία που συναντά ο ερευνητής στο περιθώριο, όπως τείνουμε να λέμε, της επίσημης Ιστορίας. Είκοσι κείμενα από τις εισηγήσεις που παρουσιάστηκαν σε εκείνη την «Ταχύρρυθμη (αντι)ημερίδα» περιλαμβάνονται στις σελίδες του εν λόγω βιβλίου. Οπως ακριβώς συνέβη περίπου δεκαπέντε χρόνια πριν με την έκδοση από το ΕΙΕ ενός συνόλου ερευνών, ενοποιητικό στοιχείο των οποίων υπήρξε η παρουσία του φόβου στις ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές και επιλογές των ανθρώπων, έτσι και σήμερα η έκδοση ενός τομιδίου που εστιάζει στο παράδοξο αποτελεί από μόνο του μια μεγάλη πρόκληση και κάτι το πειραματικό, δεδομένου μάλιστα ότι για πρώτη φορά επιχειρείται από (νέους στην ηλικία αλλά και στο κουρμπέτι) έλληνες ιστορικούς η τοποθέτηση αυτού που στη συγχρονία φαντάζει «αστείο» στα ιστορικά του συμφραζόμενα, τουτέστιν η ιστορικοποίησή του.
Ας φέρουμε λίγο στο μυαλό μας σκηνές του (πολύ πρόσφατου μάλιστα) παρελθόντος που σήμερα προκαλούν θυμηδία κι ας επιλέξουμε από το πανέρι των συλλογικών μας αναμνήσεων κάποιες που δεν σταχυολογούνται στα πρακτικά της ημερίδας του ΟΜΙΚ: η αισθητική της απριλιανής δικτατορίας, για παράδειγμα, υπήρξε από μόνη της γκροτέσκα. Οι περίφημες γιορτές που οργανώνονταν στο Παναθηναϊκό Στάδιο με τις αναπαραστάσεις «επεισοδίων» του «εθνικού μας βίου» αποτελούν κάτι το κωμικά μεγαλειώδες και προκαλούν αβίαστα και χωρίς την ανάγκη σχολιασμού το γέλιο.

Την ίδια περίοδο, διαγωνισμοί ταχύτητας τρακτέρ στην ελληνική επαρχία, ακροβατικά εσατζήδων με μοτοσικλέτες, καθαρευουσιάνικη σοβαροφάνεια σε ανούσια γραφειοκρατικά έγγραφα ή επιδείξεις ανεπανάληπτων γυναικείων κομμώσεων σε ντεφιλέ μόδας συνιστούν υπέροχες θέσεις θέασης σε μια συλλογική αισθητική την οποία αποτιμούμε ως «ξεπερασμένη», οφείλουμε ωστόσο να παραδεχτούμε πως στην εποχή της υπήρξε «νορμάλ», αλληλένδετη μάλιστα με ό,τι αποκαλούμε «εμπειρία της καθημερινής ζωής».

Πράγματι, εκείνο που σήμερα φαντάζει αστείο ή παράδοξο δεν φάνταζε πάντοτε έτσι. Αν παραφράσουμε τον Μπροντέλ που έγραψε πως «ο ουρανός της Ιστορίας διασχίζεται από φόβους που κινούνται με διαφορετικούς ρυθμούς και σε διαφορετικές διάρκειες», τότε σίγουρα αυτό που σήμερα προκαλεί γέλιο σε άλλες ιστορικές περιόδους αποτιμούνταν ως κάτι το απολύτως φυσιολογικό, αναμενόμενο ή και σοβαρό. Τι είναι όμως αστείο; Ορίζεται ή πρόκειται για κάτι το εντελώς υποκειμενικό; Σε ένα εκ των κειμένων του βιβλίου ο Κώστας Παλούκης επισημαίνει ότι «αστείο είναι μία κατάσταση υπερβολής που ξεφεύγει από τον μέσο όρο συμπεριφοράς και αγγίζει το όριο της φάρσας ή συγκροτεί μια αίσθηση υπεροχής απέναντι σε κάτι που φαντάζει καταφανώς ανόητο».
Οι θάλασσες του φόβου
Ακόμη και έτσι όμως, ό,τι σήμερα φαντάζει γκροτέσκο σε άλλα χωροχρονικά πλαίσια ή ακόμη και στη συγχρονία σε άλλες κοινωνίες μπορεί να συνοδεύεται από άλλες συνδηλώσεις, οι οποίες μάλιστα ενίοτε το κάνουν να πλέει στο άλλο άκρο των ανθρώπινων συναισθημάτων, δηλαδή στις απύθμενες θάλασσες του φόβου. Τι συναισθήματα μπορεί σήμερα να προκαλεί η «βάρβαρη» (και εδώ βέβαια η επιλογή του συγκεκριμένου επιθέτου δεν μπορεί παρά να είναι αξιολογική και να εκκινεί από το αξιακό οπλοστάσιο της σημερινής εποχής) επίδειξη του συζυγικού σεντονιού μετά την πρώτη νύχτα του γάμου ως τεκμήριο του «αμόλυντου» της νύφης και της «αμέμπτου ηθικής της» και τι συναισθήματα η διαδικασία αυτή μπορεί να προκαλούσε σε όσους (κυρίως σε όσες) εμπλέκονταν στο μικρό αυτό τελετουργικό λίγες (μόλις) δεκαετίες πριν; Ή πόσο αστείο μπορεί να υπήρξε σήμερα, λίγους μήνες πριν, για τους μη θρησκόληπτους Αραβες το σκοταδιστικό κήρυγμα του σαουδάραβα ιμάμη που κατέστη viral στο Διαδίκτυο ως κάτι το «φοβερά αστείο» και στο οποίο υποστήριζε, χρησιμοποιώντας ως απόδειξη ένα πλαστικό ποτήρι νερού, ότι η Γη είναι σταθερή και δεν κινείται;
Για όλους τους παραπάνω λόγους, το βιβλίο «Αναπάντεχες αφηγήσεις του παρελθόντος» συνιστά μια πολύ σημαντική έκδοση, πολλώ δε μάλλον που η έννοια του παραδόξου ψηλαφείται πολυπρισματικά από τους συγγραφείς και με όρους καθόλου αστείους, αλλά πολύ σοβαρούς. Στο βιβλίο, όπως αναφέρθηκε πριν, δημοσιεύονται είκοσι εκ των εισηγήσεων που ανακοινώθηκαν στην ημερίδα του 2014, κατανεμημένες σε έξι θεματικές ενότητες. Είναι ενδιαφέρον ωστόσο ότι πολλά από τα κείμενα του τόμου δεν τείνουν στην επισήμανση πτυχών της ιστορικής πραγματικότητας που για κάποιον λόγο προκαλούν το μειδίαμα, αλλά οι συγγραφείς τους μάλλον επιλέγουν να βγάλουν από την αφάνεια καταπληκτικά μικρά τεκμήρια που έχουν εντοπίσει στις έρευνές τους, τα οποία και αναδεικνύουν καταλλήλως εντάσσοντας τις μικρές, μη αναμενόμενες και προσωπικές κατά βάση ιστορίες στο κάδρο της μεγάλης αφήγησης (ως εκ τούτου, πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου οι επιμελητές του τόμου επιλέγουν να χαρακτηρίσουν τις συμβολές του βιβλίου ως «αναπάντεχες» και όχι ως «αστείες»). Οι ερωτικές επιδόσεις των αγωνιστών του 1821, ο «μύθος της ξανθιάς» στον ελληνικό Τύπο τον 19ο αιώνα, η εργαλειακή χρήση της βωμολοχίας που χαρακτήριζε (;) τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, η πραγματικά απίθανη ιστορία του πλαστογράφου Κωνσταντίνου Σιμωνίδη, αλλά και η εν πολλοίς άγνωστη σύγκρουση ενός εκπροσώπου του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, του Χριστόδουλου Παμπλέκη, με τον Διονύσιο Πλαταμώνος, σύγκρουση η οποία υποκίνησε κατηγορίες για hardcore σεξουαλικές διαστροφές που μπροστά τους οι «Πενήντα αποχρώσεις του γκρι» φαντάζουν φυλλάδιο του Κατηχητικού για ανυποψίαστες κορασίδες.
Η άτακτη Ρωμιοπούλα
Δίπλα στα παραπάνω, μικρά αριστουργήματα όπως το κείμενο που ιστορικοποιεί υποδειγματικά τον έρωτα (;) μιας άτακτης Ρωμιοπούλας στη Σμύρνη την περίοδο 1919-1922 με έναν νεαρό Τούρκο ή εκείνο για την τελευταία, απρόσμενη ως προς το περιεχόμενό της, επιθυμία του εμβληματικού σοσιαλιστή Ν.Γ. Ολα τα παραπάνω, το σύνολο των είκοσι κειμένων για την ακρίβεια, αποτελούν μικρά δείγματα φρέσκιας και ευφάνταστης ιστορικής γραφής που αποζημιώνουν τον αναγνώστη, επιβεβαιώνοντας μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο την αρχική υποψία των συντελεστών του όλου εγχειρήματος ότι «οι καλύτερες αφηγήσεις των ιστορικών είναι συνήθως αυτές που λέγονται στο περιθώριο των διαλέξεων, έξω από τις αίθουσες των συνεδρίων, στις ταβέρνες και στα μπαρ».
Ο Κώστας Κατσάπης είναι ιστορικός στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας

Αποσπάσματα
«Μετά δε του γεύματος μας ήλθαν βίζιταις»

Οι «επιδόσεις» των αγωνιστών του 1821 
(Εισήγηση: Χρήστος Λούκος)
Στις αρχές του 1826, ενώ η Επανάσταση δοκιμάζεται με τις επιτυχίες του Ιμπραήμ και το Μεσολόγγι πολιορκείται για δεύτερη φορά, οι ηγέτες των επαναστατών ζητούν απελπισμένοι προστασία από τις μεγάλες δυνάμεις. Εχουμε τους πρώτους σχηματισμούς των φατριών με ξενικά ονόματα, αγγλικής, γαλλικής και ρωσικής που, αργότερα, θα μετεξελιχθούν σε κόμματα. Στέλνονται στην Αθήνα για συνεννοήσεις με τη γαλλική φατρία οι νεαροί συνεργάτες του Ιω. Κωλέττη Παναγιώτης Μοναστηριώτης και Δημήτριος Χρηστίδης. Ο τελευταίος θα αναλάβει αργότερα, μετά τον θάνατο του Κωλέττη την αρχηγία του γαλλικού κόμματος. Οι δύο εγγράμματοι νεαροί κρατούν ημερολόγιο. Καταγράφουν συσκέψεις, συζητήσεις αλλά και άλλες δραστηριότητες. Γράφει ο Μοναστηριώτης: «Το γεύμα εγευματίσαμεν τον κύριον Λούκαν, μετά δε του γεύματος μας ήλθαν βίζιταις μάσκεραις (...) Το βράδυ εγλεντήσαμεν με βιολιά, ήλθον αρχόντισσαις πολλαίς».
Ο Χρηστίδης καταγράφει ερωτικές συναντήσεις του με μία παντρεμένη. Χρησιμοποιεί τη λέξη «φορά» για να δηλώσει την ερωτική πράξη: «Και μίαν φοράν (...), έπειτα εγευμάτισα, και πάλιν μίαν φοράν (...), εκοιμήθηκα ολίγον προς το εσπέρας μισήν φοράν. Επειτα ήλθεν ο παρπέρης και με έκοψε τα μαλλιά μου πολλά κοντά και η εδική μου δεν ήθελε να με φιλήσει δυσαρεστημένη, πρίτερα όμως μίαν φοράν (...), υστερώτερα άλλην μίαν φοράν (...) μετά ταύτα εγευμάτισα, και πάλιν άλλην μίαν φοράν (...), έπειτα εκοιμήθην και μετά ταύτα εβγήκα εις το σιριάνι». 

Οι βωμολοχίες του Καραϊσκάκη που πολεμάει την τρόικα (Εισήγηση: Δημήτρης Δημητρόπουλος)
Στις 23 Μαρτίου 2013, η εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», σε δισέλιδο δημοσίευμα με τίτλο «Αμα ζήσω θα τους γαμή... άμα πεθάνω θα μου κλάσουν τον που..., Στρατηγός Γεώργιος Καραϊσκάκης (τιμωρημένος από το Ραδιοτηλεοπτικό)», πληροφορούσε τους αναγνώστες ότι το ΕΣΡ απαγόρευσε τη μετάδοση τραγουδιού που ερμηνεύει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Ο θόρυβος στο Ιντερνετ υπήρξε τεράστιος αλλά το θέμα δημιουργήθηκε εκ του μη όντος, καθόσον δεν φαίνεται να υπήρξε τέτοια απόφαση του λοιδορημένου ΕΣΡ. Το τραγούδι, που είχε στίχους εμπνευσμένους από λόγια του Καραϊσκάκη, γνώρισε μεγάλη επιτυχία και έγινε σύμβολο αντίστασης. Εγινε δημοφιλές άσμα σε συγκεντρώσεις μέρους των Αγανακτισμένων, χρησιμοποιήθηκε ως χαλί σε εκπομπές των Στέφανου Χίου και Γιώργου Τράγκα, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον Χριστόδουλο Ξηρό που αφιέρωσε τον επίμαχο στίχο στους διώκτες του. 
Το τραγούδι υποτίθεται πως αποδίδει λόγια του Καραϊσκάκη. Οι υποθέσεις πάντως στις οποίες αναφέρεται δεν έχουν τίποτα το ηρωικό. Σχετίζονται με τα λεγόμενα «καπάκια», μυστικές συμφωνίες που συνέχιζαν να συνάπτουν εν μέσω επανάστασης ορισμένοι αρματολοί, κυρίως της Ρούμελης, με τις οθωμανικές αρχές προκειμένου να διατηρήσουν πρόσβαση στα αρματολίκια τους. Σε επιστολές που ανταλλάσσουν ο Νικόλαος Στορνάρης με τον Καραϊσκάκη τον Απρίλιο του 1824 φαίνεται καθαρά η ένταση που έχει προκύψει με την Κεντρική Διοίκηση και επίδικο αντικείμενο το αρματολίκι των Αγράφων. Ο Καραϊσκάκης διαπραγματεύεται και με τους Τούρκους. Ετσι, όταν ο Στορνάρης, εκπροσωπώντας τη Διοίκηση, ζητάει από τον Καραϊσκάκη να στείλει παλικάρια του στα Τρίκαλα, εκείνος απαντά: «Εχει και τουμπλέκια (:τουρκικά όργανα του ιππικού) ο πούτζος μου, έχει και τρουμπέτταις (: ελληνικά όργανα). Οποια θέλω θα μεταχειριστώ». Η ανταπάντηση του Στορνάρη είναι στο ίδιο ύφος: «Επειδή έχεις και τουμπλέκια και τρουμπέτταις, βάστα λοιπόν, διότι ο πούτζος μας και με τουμπλέκια και τρουμπέτταις θέλει σε κυνηγήσει».

INFO
Συλλογικό
Αναπάντεχες αφηγήσεις του παρελθόντος
Εκδ. Νήσος - Ομιλος για τη Μελέτη της Ιστορίας και της Κοινωνίας, 2015, Σελ. 204
Τιμή: 12 ευρώ