Το 1933 ο Οσιπ Μάντελσταμ, 42 ετών τότε, έκανε το λάθος να συνθέσει και να απαγγέλλει σε κύκλους φίλων του ένα σαρκαστικό ποίημα για κάποιον τύραννο που διατάζει εκτελέσεις αριστερών, δεξιών και κεντρώων και απολαμβάνει τον θάνατο των θυμάτων του σαν Γεωργιανός που μασουλάει μούρα. Δεν τον κατονόμαζε, όμως είναι σαφές ότι αναφέρεται στον Στάλιν. Ο ποιητής συνελήφθη, εξορίστηκε στο Βαρόνιες όπου εξαναγκάστηκε να συνθέσει μια ωδή προς τιμήν του διώκτη του και όπου τελικά πέθανε πέντε χρόνια αργότερα. Η παράνοια της σταλινικής περιόδου και τα σκοτεινά χρόνια του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική κυριαρχούν στα 12 δοκίμια του Τζ. Μ. Κούτσι, με τα οποία ο πολυβραβευμένος νοτιοαφρικανός συγγραφέας - τιμήθηκε με δύο βραβεία Booker και με το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2003 - ασκεί την κριτική του στη λογοκρισία, επιλέγοντας έργα συγγραφέων «ανεπιθύμητα», χαρακτηρισμός που, όπως αναφέρει στον πρόλογό του, στο λεξιλόγιο του λογοκριτή σημαίνει «αυτό που δεν επιτρέπεται να επιθυμείται».
Ο λογοκριτής, όμως, «που απαγορεύει είτε κάποιο άσεμνο θέαμα είτε κάποια χλευαστική μίμηση μοιάζει με τον άνδρα που προσπαθεί να εμποδίσει τη στύση του πέους του. Το θέαμα είναι γελοίο, τόσο που αμέσως ο άνδρας πέφτει θύμα όχι μόνο του απείθαρχου μέλους του, αλλά και δαχτύλων που τον δείχνουν, φωνών που τον περιγελούν. Αυτός είναι ο λόγος που ο θεσμός της λογοκρισίας πρέπει να περιβάλλει τον εαυτό του με δευτερεύουσες απαγορεύσεις για την καταπάτηση της αξιοπρέπειάς του. Από το να ξινίζεις τα μούτρα σου που οι άλλοι γελάνε μαζί σου μέχρι να φτάσεις να απαγορεύσεις το γέλιο για το ξινό, είναι γνωστή εξέλιξη στην τυραννία και πρέπει να μας κάνει διπλά προσεκτικούς» γράφει ο Κούτσι.
Τα δοκίμιά του δεν συνιστούν επίθεση ενάντια στη λογοκρισία. Ο Κούτσι δεν εξετάζει περιπτώσεις ακραίας προσβλητικότητας, ηθικής ή πολιτικής, δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με τα δύο βασικότερα ζητήματα στις σύγχρονες συζητήσεις περί λογοκρισίας (του ρατσισμού) της φυλής και (του μισογυνισμού ή της ομοφοβίας) του φύλου, ούτε πραγματεύεται το θέμα της βλασφημίας των θείων, πέρα από κάποιες αναφορές στην οργή των μουσουλμάνων για τους «Σατανικούς στίχους» και τον συγγραφέα Σαλμάν Ρούσντι. Προσπαθεί να πραγματευτεί τη λογοκρισία ως «περίπλοκο ζήτημα με ψυχολογικές, όπως επίσης και πολιτικές και ηθικές διαστάσεις», σε καμία περίπτωση όμως δεν διάκειται ευμενώς προς την ιδέα της λογοκρισίας. «Τίποτε, ούτε από την εμπειρία ούτε από τα διαβάσματά μου, δεν μπορεί να με πείσει ότι η κρατική λογοκρισία δεν είναι εγγενώς κακή, ότι τα δεινά που ενσαρκώνει και τα δεινά που υποθάλπει, μακροπρόθεσμα, ακόμη και μεσοπρόθεσμα, δεν βαρύνουν περισσότερο από τα καλά που υποτίθεται ότι απορρέουν από αυτή» γράφει.
Εξαιρετικός μυθιστοριογράφος και κριτικός, τιμημένος με το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 2003 και νωρίτερα με δύο βραβεία Booker, το 1983 και το 1999 αντιστοίχως, για τα μυθιστορήματά του «Βίος και πολιτεία του Μάικλ Κ.» και «Ατίμωση», ο Τζον Μάξουελ Κούτσι γεννήθηκε στις 9 Φεβρουαρίου 1940 στο Κέιπ Τάουν. Σπούδασε Μαθηματικά και Αγγλικά, υπήρξε προγραμματιστής υπολογιστών και αργότερα καθηγητής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν ώς το 2002, οπότε και έφυγε για να εγκατασταθεί στην Αυστραλία.

J.M. Coetzee
Περί λογοκρισίας
«Ο Μάντελσταμ και η ωδή στον Στάλιν» και άλλα δοκίμια
Μτφ. Δέσποινα Ρισσάκη
Εκδ. Πατάκη, 2007 Σελ. 565
Τιμή: 24,50 ευρώ