Το 1894, νεαρός διπλωμάτης μόλις 26 ετών ο Πολ Κλοντέλ διορίζεται στη Σαγκάη και ανακαλύπτει την Κίνα. Εξι χρόνια αργότερα, σε ένα από τα ταξίδια του γνωρίζει στο πλοίο τη Ροζαλί Βετκ και την ερωτεύεται παράφορα. Η κομψή γυναίκα ταξιδεύει μαζί με τα τέσσερα παιδιά της για να συναντήσει τον σύζυγό της Φράνσις Βετκ, έναν τυχοδιώκτη που έκανε δουλειές στην Απω Ανατολή.
Ο Κλοντέλ την παίρνει μαζί του, εγκαθίστανται στο γαλλικό προξενείο της πόλης Φου-Τσέου στην επαρχία Φουτζιάν και επί τέσσερα χρόνια ζουν ένα πάθος το οποίο παραλίγο να του καταστρέψει την καριέρα. Το 1904 η Ροζαλί επιστρέφει στην Ευρώπη με την υπόσχεση ότι θα χωρίσει τον Βετκ για να παντρευτούν. Είναι έγκυος και ο Κλοντέλ θέλει να δώσουν στο παιδί τους το όνομα Λουί ή Λουίζ, ανάλογα με το φύλο. Αλλά η Ροζαλί εξαφανίζεται. Στο πλοίο της επιστροφής γνωρίζει τον ολλανδό επιχειρηματία Ζαν Λίντνερ και εγκαθίσταται μαζί του στις Βρυξέλλες, όπως αποκαλύπτει η Τερέζ Μουρλβά, συγγραφέας της βιογραφίας τής Ροζαλί Βετκ με τον τίτλο: «Το πάθος του Κλοντέλ». Δεκατρία χρόνια αργότερα και ενώ ο Κλοντέλ έχει παντρευτεί τη Ρεν Σεν Μαρί Περέν, με την οποία θα αποκτήσει πέντε παιδιά, η Ροζί τού στέλνει ένα γράμμα με τα νέα της Λουίζ, που θα τον εμπνεύσει να γράψει «Το ατλαζένιο γοβάκι ή Το χειρότερο δεν είναι ποτέ σίγουρο», όπως είναι ο πλήρης τίτλος του.
Εργο ορόσημο της κλοντελικής δημιουργίας και ένα από τα εμβληματικότερα έργα του παγκόσμιου θεάτρου, αμφισβητεί όλους τους κανόνες της κλασικής δραματουργίας και ταυτόχρονα εμπεριέχει όλες τις αναζητήσεις του 20ού αιώνα. Εκτυλίσσεται στην αναγεννησιακή Ισπανία του 16ου αιώνα σε τέσσερις ημέρες και η πλοκή διαδραματίζεται σε όλο τον κόσμο, από την Ευρώπη και την Αμερική έως την Αφρική και την Ασία. Είναι έργο απόλυτα προσωπικό αφού στον απαγορευμένο έρωτα της Δόνια Προέσα και του Δον Ροντρίγκο ο συγγραφέας προβάλλει τη σχέση του με τη Ροζί. Ακόμα και το όνομα του Δον Καμίλο παραπέμπει στην αδελφή του, τη σπουδαία γλύπτρια Καμίλ Κλοντέλ.