Μία σηµαντική χρονιά είναι το 1950, όταν ο Τσιτσάνης ηχογράφησε σαράντα έξι τραγούδια, κάτι άνευ προηγουµένου για τα µέτρα της εποχής. Υπάρχουν µερικές ενδιαφέρουσες λεπτοµέρειες σχετικά µε τη συγκεκριµένη χρονιά, όσον αφορά τις ηχογραφήσεις του Τσιτσάνη. Ηχογραφήθηκαν εννέα βασικοί τραγουδιστές και άλλοι πέντε τραγούδησαν ως δεύτερες φωνές (χωρίς να συµπεριλάβουµε τα φωνητικά του Τσιτσάνη). Σαράντα ένα από τα τραγούδια είναι αποκλειστικές συνθέσεις του Τσιτσάνη (δηλαδή, στίχοι και µουσική), ενώ τρία φέρεται να έχουν στίχους της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Τριάντα ένα από αυτά τα τραγούδια είναι σε παλιό ζεϊµπέκικο ρυθµό, δώδεκα σε χασάπικο, δύο σε µπάλο και ένα σε καλαµατιανό. Πέντε ηχογραφήθηκαν δύο φορές. Ο Τσιτσάνης αποφάσισε να ηχογραφήσει µερικά τραγούδια δύο, ακόµη και τρεις φορές. Οι αλλαγές στις περισσότερες περιπτώσεις περιλαµβάνουν τον τραγουδιστή, το τέµπο του κοµµατιού, την ενορχήστρωση, ενώ σε µερικές περιπτώσεις άλλαξε µελωδικές γραµµές και/ή την αρµονία. Το 1950 είναι σηµαντικό για τη δισκογραφική καριέρα του Βασίλη Τσιτσάνη καθώς και για το µέλλον του είδους. Είναι η χρονιά που ο Τσιτσάνης ηχογράφησε τα περισσότερα τραγούδια στην καριέρα του. Αρκετά περιστατικά που συνέβησαν τη συγκεκριµένη χρονιά αξίζει να αναφερθούν, επειδή λειτούργησαν καταλυτικά στη δισκογραφική παραγωγικότητά της. Μπορούν, επίσης, να ερµηνευτούν ως προάγγελοι των αλλαγών που επρόκειτο να υποστεί το είδος. Αρκετά άλλα σηµαντικά γεγονότα που είχαν συµβεί την προηγούµενη χρονιά έστρωσαν τον δρόµο για την επόµενη, θέτοντας τα θεµέλια για µια νέα εποχή τόσο για τον συνθέτη όσο και για το ρεµπέτικο – λαϊκό στυλ (όπως γίνεται προφανές στις ηχογραφήσεις). Το 1949 ο εµφύλιος πόλεµος έφθασε επισήµως στο τέλος του. Την ίδια χρονιά, πραγµατοποιήθηκε η ιστορική διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεµπέτικο (1949). Πολλοί µελετητές θεωρούν αυτήν τη διάλεξη ως απαρχή της ευρύτερης αποδοχής του ρεµπέτικου. Επιπλέον, η τελευταία ηχογράφηση στην οποία ο Μάρκος Βαµβακάρης τραγουδάει ένα τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη είναι το «Παντρεµένος». Την ίδια χρονιά πραγµατοποιήθηκε η πρώτη ηχογράφηση της Μαρίκας Νίνου, µιας από τις βασικές τραγουδίστριες στην καριέρα του Βασίλη Τσιτσάνη από πολλές απόψεις, µε το τραγούδι «Για τα µάτια που αγαπώ». Παράλληλα, αρχίζει η συνεργασία της Νίνου µε τον Τσιτσάνη και στο πάλκο. Από µόνα τους τα γεγονότα αυτά σηµατοδοτούν µε έναν τρόπο το τέλος µιας εποχής (της εποχής του Βαµβακάρη, δηλαδή της εποχής του ρεµπέτικου) και την αρχή µιας νέας (της εποχής της Νίνου, δηλαδή της εποχής του λαϊκού). Το 1950 πραγµατοποιείται η τελευταία ηχογράφηση µε την τραγουδίστρια Ιωάννα Γεωργακοπούλου (η οποία επίσης εκπροσωπούσε το παλιό είδος) µε το τραγούδι «Σκέψου τη δόλια µάνα µου». Επιπλέον, ένα γεγονός µείζονος σηµασίας είναι η πρώτη συνεργασία στο στούντιο ανάµεσα στον Βασίλη Τσιτσάνη και στην Ευαγγελία Μαργαρώνη που παίζει ακορντεόν στο τραγούδι «Κι αν πάθεις και καµιά ζηµιά». Τέλος, στη διάρκεια της ίδιας χρονιάς, ο Τσιτσάνης κάνει την πρώτη του εµφάνιση σε µια ταινία, κάτι που έγινε πολύ της µόδας από εκείνη την περίοδο και µετά. Αν ληφθεί, επίσης, υπόψη το άρθρο της δηµοσιογράφου και µουσικοκριτικού Σοφίας Σπανούδη για τον Τσιτσάνη και το λαϊκό τραγούδι που δηµοσιεύτηκε την επόµενη χρονιά (1951), αντιλαµβάνεται κανείς τη βαρύτητα και τη σηµασία της συγκεκριµένης περιόδου. Μολονότι κάποτε υπήρξε πολέµιος του ρεµπέτικου, η Σπανούδη έγινε τελικά θαυµάστρια του Τσιτσάνη και, κατά συνέπεια, ένα πρόσωπο που τελικά αναγνώρισε το είδος. Ολα τα παραπάνω δεν είναι µόνο ενδείξεις που αφορούν την αλλαγή του είδους· µε άλλα λόγια, δεν έχουν να κάνουν µονάχα µε τη µουσική. Υποδηλώνουν επίσης έναν ευρύτερο κοινωνικό µετασχηµατισµό, κυρίως λόγω του προαναφερθέντος τέλους της πολύχρονης αναταραχής στη χώρα. Η ελληνική κοινωνία είχε πλέον την ευκαιρία να «αναπαυθεί», να αναδιοργανωθεί και να προκόψει. Ο λαός µπορούσε να κυκλοφορεί ελεύθερα και να βρίσκει αρκετούς τρόπους διασκέδασης, όπως ταβέρνες, µπουζουξίδικα και ούτω καθεξής. Με άλλα λόγια, µέρη όπου η µουσική έπαιζε ιδιαίτερο ρόλο και ως εκ τούτου είχε τη δική της ευκαιρία να ευηµερήσει. Εκεί που οι µουσικοί ήταν συνηθισµένοι να παίζουν για ένα κοµµάτι ψωµί (στη διάρκεια των ταραγµένων χρόνων), τώρα βρήκαν δύο επικερδείς ενασχολήσεις, τις ηχογραφήσεις και την εργασία στο πάλκο.
ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail