Αποτελεί αυτονοήτως θεμελιώδες στρατηγικό αξίωμα: σε κατάσταση προφανούς (έως και καταθλιπτικής) αδυναμίας, το ανίσχυρο σκέλος μιας διαφοράς αποφεύγει διαπραγμάτευση. Οπωσδήποτε δεν την επιδιώκει. Γιατί γνωρίζει εκ προοιμίου ότι θα χάσει τα περισσότερα. Ενώ στον αντίποδα είναι αναμενόμενο –κατά την ίδια συλλογιστική –το πιο ισχυρό σκέλος μιας ανισοσθένειας να μεθοδεύει το αντίθετο. Ξέροντας ότι μάλλον θα κερδίσει τα μείζονα. Διότι: «Δυνατά οι προύχοντες πράσσουσι και οι ασθενείς ξυγχωρούσι», κατά τον Θουκυδίδη. Καθώς, «δίκαια εν τω ανθρωπίνω λόγω, από ίσης ανάγκης κρίνονται». Στυγνό μεν, απλό δε.
Ο Ελληνισμός (και στους δύο του υπό τις περιστάσεις κρατικούς πυλώνες –Ελλάδα, δηλαδή, και Κύπρο) βρίσκεται ακριβώς, κατ’ ατυχή ιστορική συγκυρία, σε μια τέτοια δεινή θέση. Δηλαδή: α) Μπροστά σε κρίσιμα εθνικά ζητήματα, που απαιτούν άμεση στρατηγική διαχείριση. Με βασική στοχοθεσία, είτε αποδεκτές ρυθμίσεις είτε αποσόβηση ορατών και δυνάμει επικίνδυνων υποτροπών. β) Κάτω από το βάρος δεινών χρεοκοπικών κατολισθήσεων, που αποδομούν αδυσώπητα δυνατότητες και αποδυναμώνουν αντιστάσεις. Η πικρή αλήθεια. Που διαζωγραφίζεται από την έωλη πραγματικότητα, όπως αυτή ανακύπτει ως έως και βάναυσο εθνικό δεδομένο. Και η οποία δεν αφήνει περιθώρια ούτε για υπεκφυγές, ούτε –προπαντός –για ψευδαισθήσεις.
Οπόταν και: Την ώρα που την προσοχή περισπά η αδήριτη πτωχευτική κατιούσα και την τραυματίζουν οι καταθλιπτικές εκπτώσεις της ελληνικής καθημερινότητος, σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο εγκυμονούνται κάποιοι άλλοι και προφανείς κίνδυνοι. Που συνάπτονται, αφενός με ζητήματα κατοχυρώσεως ορίων εθνικής κυριαρχίας και αφετέρου με την άσκηση αυτονοήτων δικαιωμάτων στα πλαίσια της. Οπως για παράδειγμα με την ανακήρυξη ΑΟΖ σε συγκεκριμένες θαλάσσιες ζώνες. Στις οποίες επιθετικά προάγονται (και συστηματικά προβάλλονται) συνθήκες οιονεί αμφισβητήσεων. Ως μέρος ευρύτερων κι ευανάγνωστων στοχοθεσιών. Που εάν παρ’ ευχήν ευδοκιμήσουν, θ’ απολήξουν σε ανήκεστους γεωπολιτικούς ακρωτηριασμούς. Σε αυτόν ή στον άλλο βαθμό.
Η επισήμανση τέτοιων κινδύνων δεν αφορά μόνο τις ελληνοτουρκικές τριβές και την εκδηλωμένη κακοβουλία που τις διαμορφώνει. Και που τις ανάγει σε κρίσιμα προβλήματα, των οποίων η επίλυση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, καθώς η άλλη πλευρά οιστρηλατείται από τις αναδυόμενες οσμές των διαπιστούμενων υποθαλάσσιων κοιτασμάτων. Αφορά ευρύτερα ζητήματα, που εφάπτονται, είτε βλέψεων είτε υποκινούμενων εθνικιστικών διαθέσεων άλλων όμορων χωρών. Ορα Σκόπια με τις αξιώσεις ως προς την ονοματολογία και τις υφέρπουσες πίσω από αυτήν τυχοδιωκτικές πολιτικές. Και όπως η νωπή αλβανική παρασπονδία, ως προς την ήδη συμφωνημένη οριοθέτηση της ΑΟΖ στο Ιόνιο. Πέραν κάποιων επιμέρους εξάρσεων σχετικά με τους Τσάμηδες. Ως συντηρούμενες αιτιάσεις.
Βεβαίως αυτή τη στιγμή προέχει το Κυπριακό. Καθώς εκεί επικεντρώνεται η τουρκική πολιτική. Που θεωρεί ότι: εμπεδώνει οριστικά με το ψευδοκράτος αμετακίνητο στρατηγικό προγεφύρωμα. Οχι μόνον ως πλεονέκτημα για μια λύση «δικής της κοπής», αλλά και ως μοχλό εκβιαστικής προαγωγής επιδιώξεων στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Ασκώντας ανάλογη πίεση προς την Αθήνα για τα Αιγαιωτικά. Εκ παραλλήλου προς όσα προάγονται στην Θράκη. Οπου γίνεται απόπειρα να δημιουργηθούν μεσοπρόθεσμα συνθήκες οιονεί αυτονομιστικών αξιώσεων. Ως πρώτη φάση «για τα περαιτέρω». Και ως προς αυτά, οι σαφώς υψαυχενικές συμπεριφορές (ακόμη και οι διατυπώσεις) του Ταγίπ Ερντογάν, μετά την αναρρίχησή του στον ύπατο θώκο, είναι αρκούντως ενδεικτικές. Προκαλώντας ανάλογες ελληνικές αντιδράσεις.
Κι ενώ τέτοιες –και προδήλως αυτονόητες –διαπιστώσεις δεν σημαίνουν αποφυγή προσπαθειών για λύσεις (πάντοτε στο πλαίσιο ρεαλιστικών προσεγγίσεων, όπως επιβάλλουν η φρόνηση και ο πραγματισμός) εντούτοις:
Είναι ανάγκη να υπάρξει εξίσου ρεαλιστική και οπωσδήποτε σφαιρικότερη αξιολόγηση των διαμορφούμενων εξελίξεων.
1. Για να μην υπάρξουν αδόκητα ενδεχόμενα, τα οποία μπορεί να μεταφρασθούν έως και σε απευκταίους γεωπολιτικούς ακρωτηριασμούς. Κάτι που εάν τυχόν επισυμβεί θα είναι, υπό τις περιστάσεις, εν πολλοίς μη αναστρέψιμο. Το χειρότερο! Και η περιπέτεια των Ιμίων, πρέπει εν προκειμένω να λειτουργεί ως διαχρονικός δείκτης και ως έωλο πάθημα προς αποφυγήν.
2. Για να συνειδητοποιηθεί επιτέλους η αναγκαιότητα εσωτερικών συγκλίσεων (στη βάση μιας ελάσσονος έστω διακομματικής συναινέσεως) προκειμένου να ενισχυθούν οι περιστελλόμενες δυνατότητες και να επαναναταχθούν οι απαιτούμενες αντιστάσεις. Ετσι ώστε να διαβιβάζονται με τρόπο πειστικό αποτρεπρικά μηνύματα προς τα έξω. Οπου δει.
Αυτές οι σε μια πρώτη ανάγνωση πεσιμιστικές προσεγγίσεις συνιστούν απολύτως ρεαλιστική τομή όσων βιώνονται. Γιατί πέραν των ενδοελληνικών περισπασμών, την αβεβαιότητα και τις άδηλες προοπτικές, επιδεινώνουν όσα με τρόπο καθαυτό δραματικό συνεξελίσσονται στις όμορες διακεκαυμένες ζώνες της Μέσης Ανατολής και των νοτιοδυτικών παρυφών της ευρασιατικής γεωγραφίας. Και σε μια τέτοια (εκτός ελέγχου και δικής μας εμβελείας) κατάσταση, ευνοούνται και μεγεθύνονται αυτόδηλοι κίνδυνοι.
Γιατί όσο η ρευστότητα κλιμακώνεται και οι αποσταθεροποιητικές δυναμικές ανατείνουν, τόσο είναι αδύνατον να υπάρξουν ασφαλιστικές δικλίδες για όσους βρίσκονται στην περίμετρο των γεγονότων. Οταν μάλιστα στη δική μας γεωγραφία διαμορφώνονται ήδη νέα ενεργειακά πεδία, έλκοντας συμφέροντα και δημιουργώντας συνθήκες νέων στρατηγικών ανταγωνισμών. Των οποίων εκόντες ή άκοντες αποβαίνουμε μέρος. Και των οποίων η διαχείριση ακριβώς απαιτεί μείζονες δυνατότητες, προκειμένου να κατοχυρωθούν όχι απλώς εθνικά συμφέροντα ως προς την ιδιοκτησιακή συνάφεια, αλλά και προοπτικές ως προς την ίδια την νομή του υπό ανάδυση πλούτου.
Και άλλωστε όσα επισυμβαίνουν (και τα οποία οδηγούν μέχρι και σε βίαιη επαναγεωγράφηση ζωτικών περιοχών, καθώς και σε αναδιάταξη επιρροών και ρόλων) σχετίζονται απολύτως με αυτές τις παραμέτρους: Αφενός δηλαδή με μερισμό των νέων και έλεγχο των παλαιών κοιτασμάτων. Και αφετέρου στη διαχείριση των παραπλεύρων συνεπειών που θα προέλθουν από τις πολυαίμακτες αντιπαραθέσεις. Και τις άμεσες ή έμμεσες (διά τοποτηρητών) στρατηγικές επεμβάσεις.
Ο Α. Λυκαύγης είναι δημοσιογράφος – πολιτικός αναλυτής