Ο ποιητής Γιάννης Κοντός με παρουσία στα γράμματα ακριβώς 49 χρόνια (το 1965 δημοσίευσε ποίηση για πρώτη φορά) είναι ένας γραφιάς του άστεως. Ενας «ταχυδακτυλουργός» που μετουσιώνει σε ποίηση, πεζό, δοκίμιο τις εικόνες της Αθήνας που περπατάει και ξέρει όσο λίγοι και επιμένει να την περιγράφει ως μια υπέροχη πόλη. «Το καθετί γίνεται ποίηση. Το λεωφορείο που περνάει, ο κύριος με την καράφλα είναι πρωτογενές υλικό» μας λέει.   
Εξέχουσα περίπτωση της γενιάς του 1970, παρέδωσε πρόσφατα έναν τόμο με πεζά κείμενα για πρόσωπα, για τη ζωγραφική, για το θέατρο, για βιβλία - ο τίτλος του είναι Μυστικά Τοπία (εκδ. Τόπος) - ενώ η συνολική ποιητική σοδειά του συγκεντρώνεται στο Τα Ποιήματα (1970-2010), πάλι στις εκδ. Τόπος. Ο ίδιος ακάματα ετοιμάζει όμως τρεις δουλειές ακόμη: ένα παιδικό παραμύθι στις εκδόσεις Παπαδόπουλος, μικρά πεζά με τίτλο Θανάσιμα Επαγγέλματα από τις εκδόσεις Κοράλλι (που θα πλαισιωθούν ή θα πλαισιώνουν έργα του Χρόνη Μπότσογλου) και ποίηση από τις εκδόσεις Μεταίχμιο όπου εκδίδει τα τελευταία χρόνια τις νέες του ποιητικές συλλογές, έπειτα από πολύχρονη συνεργασία με τον Κέδρο.
Μαθητής του Μίλτου Σαχτούρη και του Τάκη Σινόπουλου, μια ποιητική μορφή με το αιώνιο κασκόλ περασμένο στον λαιμό, πεζός αθεράπευτος χωρίς αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα και χωρίς κινητό θυμίζει ασκητή των γραμμάτων, έμαθε μόνος (όπως λέει) «να βάζει τις λέξεις πλάι πλάι για να χτίσει το δωμάτιο της ποίησης όπου θα κατοικήσουν άνθρωποι και μόνον άνθρωποι». Μια συζήτηση μαζί του θα μπορούσε να γίνει μόνο στο κέντρο της Αθήνας, εδώ που περπατάει για δεκαετίες, εδώ που γνώρισε μεγάλους ποιητές και συγγραφείς, εδώ που υπήρξε ο ίδιος βιβλιοπώλης μαζί με τον στενό του φίλο ποιητή, επίσης της ίδιας γενιάς, και συγγραφέα Θανάση Θ. Νιάρχο όταν άνοιξαν τον Ηνίοχο στη Σόλωνος που υπήρξε το φυτώριο για τη γενιά του '70. Μια γενιά που διαδέχθηκε την προηγούμενη (τη λεγόμενη «της ήττας») και άρθρωσε έναν δικό της λόγο, αν και αυτό που είναι χαρακτηριστικό για τον Κοντό είναι η ειδική σχέση του με τη ζωγραφική και τους εικαστικούς, κάτι που ξεκλειδώνει άλλωστε τον δικό του ποιητικό τρόπο.  
«Γράφω πάνω από 35 χρόνια κείμενα για ζωγραφική. Εχω μια ταύτιση της εικόνας με τις λέξεις και γι’ αυτό έχω σχέση με τους ζωγράφους. Κάνω αυτή τη δουλειά από το ‘73. Με ποιητικό τρόπο επιχειρώ πάντα να αναδύω το πρόσωπο της γραφής του ζωγράφου. Είμαι εικονοποιός», μας λέει ο Γιάννης Κοντός και όντως πολλά από τα κείμενα του τόμου Μυστικά Τοπία αφορούν ζωγράφους, ενώ και η ποιητική του συλλογή Πρόκες στα Σύννεφα το 1999 συμπληρωνόταν από 20 χαρακτικά του Γιάννη Ψυχοπαίδη.
Ο Κοντός μοιάζει σταυραδέρφι της ζωγραφικής, μοιάζει σαν να δραπετεύει συχνά από τη γλώσσα της γενιάς του και τη δική του και να συνοδοιπορεί με τους εικαστικούς. Εξάλλου τα πρώτα του ερεθίσματα τα πήρε από εκδόσεις κλασικών εικονογραφημένων, τον Ταρζάν και άλλα.
Ζυμωμένος μέσα στα γράμματα, θήτευσε για χρόνια ως σύμβουλος των εκδόσεων Κέδρος και μας σκιαγραφεί το περίγραμμα της γενιάς του: «Τρία-τέσσερα βιβλιοπωλεία είχε η δική μου γενιά: Εστία, Ικαρο, Ελευθερουδάκη, Κέδρο. Ο Κέδρος ήταν το αριστερό με έναν τρόπο. Εκεί πήγα στα τέλη του 1976 και άρχισα να εργάζομαι. Το σύμπαν του Κέδρου βέβαια ήταν η χαρισματική Νανά Καλλιανέση, με βαθύ ένστικτο. Εγώ έπαιρνα τα εισερχόμενα δοκίμια και τα διάβαζα, όμως όπως πάντα τον τελευταίο λόγο τον έχει ο εκδότης, χρειάζεται μια διπλωματία σ’ αυτό εξαιρουμένων των γνωστών ονομάτων. Τότε δεν κλέβανε συγγραφείς, όπως την τελευταία δεκαετία, ενώ συγγραφείς και ποιητές όπως ο Τσίρκας ή ο Ρίτσος έδιναν απλά τον λόγο τους χωρίς συμβόλαια, έναν λόγο, έναν κώδικα συγκινητικό».

Ο Κοντός γνώρισε από κοντά τον αφρό της ελληνικής διανόησης και μας περιγράφει συνοπτικά: «Ο Τσίρκας ήταν κοσμοπολίτης, ένας Ρωμιός της Διασποράς με έντονο μελαχρινό δέμας, πολύ έξυπνος, που κατόρθωσε να κάνει την Τριλογία του ευαγγέλιο της μεταπολεμικής πεζογραφίας. Εγώ δύο ανθρώπους έχω γνωρίσει πολύ ευγενείς: τον Ρίτσο και τον Εμπειρίκο. Ο Ελύτης που πήγαινα σπίτι του μέχρι να ‘ρθει σε επικοινωνία μαζί σου ήταν παγωμένος και είχε μιαν απόσταση, όπως κι ο Αλέξανδρος Κοτζιάς. Αν όμως σε αγαπούσαν...».
Και κάπως έτσι ο Γιάννης Κοντός μπαίνει στα γράμματα και συνδιαμορφώνει σιγά σιγά μια νέα γενιά και τον λόγο της.
«Οι ποιητές που αποτελούσαν την πρώτη ζύμη της γενιάς του ‘70 ήτανε γύρω στο 1969-70-71 ο Βασίλης Στεριάδης, ο Δημήτρης Ποταμίτης (παραμελημένος και έξυπνος), ο Λευτέρης Πούλιος, ο Γιώργος Μαρκόπουλος και λίγο μετά ο Γιάννης Βαρβέρης. Μετά το 1975 ο καθείς τράβηξε τον δρόμο του αφού είχε πέσει η χούντα και εξέλιπε ο συνεκτικός κρίκος της ομαδοποίησης και του γλωσσικού ιδιώματος», είχε όμως γίνει η αρχή για τη γενιά του ‘70 και το δικό της όραμα: «Μας βοήθησαν οι μεγαλύτεροι. Η πρώτη μεταπολεμική γενιά (Σινόπουλος, Σαχτούρης, Βακαλό, Πατρίκιος, Λειβαδίτης κ.ά.) είχε ένα θέμα με τη γενιά του ‘30, ένιωθαν κάπως καταπιεσμένοι από αυτήν. Ο Σινόπουλος πήγε τότε στον Σεφέρη και του είπε: “Δάσκαλε, πρέπει να κάνετε λίγο πίσω να φανούμε κι εμείς”. Εμείς αντίθετα αγκαλιαστήκαμε από τους παλιούς. Και αρθρώθηκε ο δικός μας λόγος: ένα σύγχρονο γλωσσικό όραμα και με χιούμορ, ενώ ενυπήρχε και η ειρωνεία για το καθεστώς, όχι εμφανής αλλά συγκαλυμμένη», σημειώνει ο Κοντός και κάτω από το χαλί της χούντας ακούγεται ο πρώτος παφλασμός μιας νέας γενιάς στην ποίηση που έχει πολιτική ματιά (ίσως όχι τόσο προφανή όσο της προηγούμενης), μιλάει για την πόλη, τον αμερικάνικο τρόπο ζωής.
Τότε ξεσπά και μια φασαρία στα γράμματα: «Στις ΗΠΑ τα μεγάλα ιδρύματα, όπως το Ford, δίνουν υποτροφίες σε επιστήμονες. Το ‘61 που ήλθε ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν πρόεδρος του Ιδρύματος, ενώ με τη δικτατορία σκέφτηκαν να δώσουν χρήματα σε προοδευτικούς λογοτέχνες. Ημουν ο νεότερος που πήρε υποτροφία από το Ιδρυμα Ford. Η Αριστερά βέβαια μιλούσε για ξεπούλημα, εγώ πάλι μπορώ να διαβεβαιώσω πως δεν μας ζήταγαν κανένα προαπαιτούμενο και μάλλον έδιναν τα χρήματα για να εκπίπτουν από τη φορολογία».

Ηταν η εποχή που μια επιστολή σε εφημερίδα μπορούσε να πυροδοτήσει διαδήλωση. Ηταν η εποχή που η υπόθεση των γραμμάτων ήταν ακόμη μια γιορτή ανταλλαγής ιδεών και σκέψεων σε καφενεία και τραπέζια. Το 1977 ο κύριος που έβγαινε από το βιβλιοπωλείο Ενδοχώρα του Μάνου Μοσχονά με κασκόλ, μπερέ και τσαντάκι υπό μάλης ήταν ο Μίλτος Σαχτούρης.
«Μας σύστησε ο Θεόφιλος Φραγκόπουλος. Ο Μίλτος τότε και πάντα έμενε στην Κυψέλη σε ένα παράξενο περιβάλλον με σπαθιά του προπάππου του ήρωα της Επανάστασης του 1821, αργιλέ και 150 κουκλάκια που είχε αλιεύσει από τα περίφημα γυάλινα μηχανήματα των περιπτέρων σε καναπέ. Μου έμαθε τους τρόπους του φόβου ενός ανυπεράσπιστου ανθρώπου σε μια πόλη και κάτι ακόμη: πως ο ελεγχόμενος υπερρεαλισμός έχει άμεση σχέση με το δημοτικό τραγούδι», θυμάται ο Κοντός, που πάντως τονίζει ότι και ο Τάκης Σινόπουλος ήταν αυτός που τον έμαθε πράγματα. «Ο Τάκης με έμαθε πολλά. Τον τρόπο και τη μελωδία όλων των μεταπολεμικών».
Πώς βλέπει ο ίδιος όμως τη σημερινή ποίηση; «Υπάρχουν πολλοί και καλοί σήμερα νέοι με πολύ προχωρημένη γλώσσα και καλά ελληνικά. Οι περισσότεροι έχουν μια συγγένεια με τη γενιά μου. Ο Σταμάτης Πολενάκης, η Μαριγώ Αλεξοπούλου, ο Γιάννης Στίγκας, ο πιο παλιός Δημήτρης Κοσμόπουλος. Μια γενιά πάντως είναι μια δεκαετία πριν και μετά από τις εικόνες που έχει», συμπληρώνει πίνοντας τον καφέ του και υπενθυμίζοντας ότι γράφει για να «επικοινωνεί με τον κόσμο», αν και το μυστήριο της τέχνης παραμένει γι’ αυτόν άλυτο και φωλιάζει στις ψυχές μας.