Ο Μανώλης Γλέζος, «ο πρώτος παρτιζάνος της Ευρώπης» σύμφωνα με τον Ντε Γκολ, πήγε στη Γερμανική Σχολή προκειμένου να μιλήσει για τις σχέσεις Ελλάδας – Γερμανίας από την Κατοχή και εντεύθεν.

Χαιρετήθηκε πρώτα με την 91χρονη γλύπτρια Νάτα Μελά, απόφοιτο της Σχολής από την περίοδο "40-"44, με την οποία αστειεύτηκε λιγάκι («σου ρίχνω έναν χρόνο»). Κατόπιν πέρασε έναν διάδρομο γεμάτο φιλοευρωπαϊκές μαθητικές ζωγραφιές και ντροπαλούς γυμνασιόπαιδες, παρήγγειλε χαμομήλι και πήρε θέση σε ένα αμφιθέατρο με ακόμα περισσότερους νεαρούς και νεαρές. Σε αυτό το τελευταίο βρισκόταν η ουσία. 

Οχι ότι μετά τους χαιρετισμούς προέδρων, δημοσιογράφων, αλλά και του Νικηφόρου, εκπρόσωπου του 15μελούς των μαθητών και συντονιστή της κουβέντας, τους είπε πράγματα άγνωστα. Αρχισε με το ζήτημα των οφειλών της Γερμανίας, που σύμφωνα με τη Διασυμμαχική Επιτροπή του 1946, υπολογίζεται στα 162 δισ. ευρώ. Θυμήθηκε το 1995, όταν η εφημερίδα «Τσάιτ» δημοσίευσε άρθρο του, βάζοντας τον τίτλο «Μια αδικία που πρέπει να αποκατασταθεί» κι έκανε λόγο για οφειλές σε ιδιώτες ή σε χωριά που ένιωσαν τι σημαίνει ολοκαύτωμα. Για τη Γερμανία που ξεπλήρωσε οφειλές στις άλλες χώρες και για τις προτάσεις που έχει κατά καιρούς διατυπώσει. Απλώς αυτήν τη φορά, το κοινό ήταν λίγο πιο περίεργο. 

«Ακόμα δεν πήρες εξουσία και την καβάλησες;» είπε πειρακτικά στον Νικηφόρο, που θέλησε να ρωτήσει πρώτος και άκουσε ότι προηγούνταν οι συμμαθητές του. «Καλά το παρελθόν, τώρα τι κάνουμε;» ρώτησε μια μαθήτρια, για να μάθει ότι «κι ο Σόιμπλε παρελθόν τα θεωρεί, πριν από τρία χρόνια όμως, η χώρα του αξίωσε αποζημίωση από την Τσεχία για τους Σουδήτες». «Πρέπει να κινηθούμε δικαστικά;» ρώτησε μια άλλη ακούγοντας ότι «ακόμα και το Δικαστήριο της Χάγης πρότεινε να λυθεί το θέμα διακρατικά, γι" αυτό κι εγώ προτείνω να υπογράψουμε με τη Γερμανία τη Συνθήκη Ειρήνης που έχουμε παραλείψει». «Υπάρχει και ο ΟΗΕ» είπε ένας απόφοιτος. «Μήπως μπορείτε να μας πείτε για τον Απόστολο Σάντα;» ρώτησε ένας μαθητής με φουντωτή κώμη. Και κάπου εκεί άρχισε το μάθημα Ιστορίας. 

Ο Γλέζος τους έλεγε για τα Ανω Πορρόια των Σερρών, όπου ένας γερμανός αξιωματικός, διαπιστώνοντας ότι πολεμούσε με τρεις επιζώντες ενός φυλακίου, συνεχάρη τον αρχηγό τους Δημήτρη Ιτσιο και αγνοώντας το διεθνές δίκαιο, τον εκτέλεσε. Για τον πραγματικό πρώτο παρτιζάνο, τον 17χρονο Μάθιο Πόταγα που διέκοψε την πορεία μιας μεραρχίας αρμάτων λέγοντας «αυτήν τη στιγμή είμαι μόνος, μα πίσω μου είναι ο ελληνικός λαός» και ο αξιωματικός διέταξε να τον εκτελέσουν και να του λιώσουν το κεφάλι. «Πού βρήκατε το θάρρος να κατεβάσετε τη σημαία;» ρώτησε τελικά ο Νικηφόρος κι ο Γλέζος προτίμησε να μιλήσει για τους ανθρώπους που κρατούσαν την ταυτότητά του και του Σάντα μυστική. Εκείνοι είχαν κι άλλα να ρωτήσουν. Κι όσο τους απαντούσε, τον άκουγαν με μισάνοιχτο σχεδόν το στόμα.