Η παρακάτω στήλη είναι ιδιοσυγκρασιακή, δεν διεκδικεί λειτουργία κινηματογραφικής κριτικής (ξένη δουλειά για τον γράφοντα), έχει άξονα περισσότερο την μουσική και διατρέχει σκηνές (με τυχαία αρίθμηση) από το Σινεμά, που άγγιξαν τις βασικές αρχές του συντάκτη. Στο βαθμό, που μια έστω σκηνή σας βρει σύμφωνους ή σας άγγιξε το ίδιο, η στήλη του tanea.gr θα μπορεί να αισθάνεται πως επιτέλεσε τον στόχο της. Καλή ακρόαση!
1. Ακροπόλ, του Παντελή Βούλγαρη, 1995. Ο κινηματογραφικός φακός θα διασώσει το πιο ωραίο ανδρικό τσιφτετέλι του κόσμου. Ο μεγάλος Λευτέρης Βογιατζής με λευκή ποδιά. Ο “Μαχαραγιάς” του Τζουανάκου. Κι εγώ στην αίθουσα ψάχνω την έξοδο να κλάψω. Με μουστάκι. Αθώος.
2. Έξοδος Κινδύνου, του Νίκου Φώσκολου, 1980. Την χρονιά της άτσαλης πολιτικοποίησης που τα ζιβάγκο ετοιμάζονταν να προελάσουν σε χορούς της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ και του ΟΤΕ, ο Φώσκολος καλεί την ωραιότερη γυναίκα του κόσμου, την Όλγα Καρλάτου να παίξει σε έγχρωμο νουάρ που υποδύεται την μπατσίνα. Φούντας, Κούρκουλος στην ίδια ταινία συνυπάρχουν αλλά η ματιά μου είναι αλλού: Στην γυναίκα του Νίκου Παπατάκη –του μεγαλύτερου έλληνα σκηνοθέτη. Κι εδώ η Όλγα τραγουδάει με πόνο συγκρατημένο ένα μελό αριστούργημα του Γιώργου Κατσαρού.
3. Γυναίκες μην Κλαίτε, των Σταύρου Τσιώλη-Χρήστου Βακαλόπουλου, 1992. Εδώ στην τελική σκηνή ακούγεται από το συγκρότημα του Μπέκου ένα σπαρακτικό κομμάτι που το παίξαν με κλαρίνα και στην κηδεία του Βακαλόπουλου, έναν χρόνο μετά την ταινία. Οι εξωτερικές σκηνές γυρίστηκαν σαν εσωτερικές και το τραγούδι ήταν επιλογή του Χρήστου. «Στις γυναίκες θα δίνεις το πέντε και θα κρατάς το ενενήντα πέντε», λέει ο βοσκός ερασιτέχνης ηθοποιός της Ορεινής Αρκαδίας Νίκος Κέκος. Δεν το τήρησα ποτέ.
4. Παραγγελιά, του Παύλου Τάσσιου, 1980. Το φονικό του Κοεμτζή ντυμένο με την φωνή της Γώγου. Στην σκηνή του Κακού, λίγοι κατάλαβαν πως δεν ακουγόταν το “Βεργούλες”, αλλά το “Αντιλαλούνε οι Φυλακές” με την φωνή του Γιώργου Καμπουρίδη. Όταν γνώρισα τον Νίκο Κοεμτζή-φόραγε πάντα γούνινο καπέλο σαν ήρωας του Αϊζενστάιν- μου είπε πως αυτό που χωρίζει την λογική απ’ την τρέλα είναι μια μουνότριχα. Και η ζωή μας είναι η Πατησίων, σκέφτηκα αλλά δεν τόλμησα να του το πω.
5. Όλα Είναι Δρόμος, του Παντελή Βούλγαρη, 1998. Αντί σχολίου βάζω ένα κείμενο μου για την ταινία από το site Flix.gr:
Είναι ταινίες που βλέπεις τρώγοντας ποπ κορν και σχεδόν τις ξεχνάς μετά από λίγο. Είναι και ταινίες που σου αλλάζουν τη ζωή. Η ταινία «Ολα είναι Δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη είναι σπονδυλωτή. Και μπορεί να είναι υπέροχη στις δύο πρώτες ιστορίες της – όπου έτσι κι αλλιώς παίζουν ο έξοχος Καταλειφός και ο αξέχαστος Βέγγος – η τρίτη όμως ιστορία έμελλε να αλλάξει τη δική μου ζωή. Ενας λόγος παραπάνω να χαίρομαι που θα προβληθεί φέτος στο ηρωικό Φεστιβάλ Καλτ Ελληνικού Κινηματογράφου του συντρόφου Νίκου Τριανταφυλλίδη, αφού ανήκω στη χορεία των φανατικών πιστών της εν λόγω ταινίας.
Ξεκινώ ανάποδα: Για εμάς, τους ανθρώπους των σφαιριστηρίων και των λαϊκών πάλκων- η συγκίνηση ήταν μεγάλη με την παρουσία στην ταινία της αρχοντογυναίκας και για χρόνια παρτενέρ του αξέχαστου συνθέτη Γιάννη Καραμπεσίνη, κυρίας Μαίρης Μαράντη στην τελευταία σκηνή. Γενικά νομίζω πως σήμερα που διάφοροι απίθανοι τύποι επιλέγουν να κάνουν διδακτορικά για πράγματα που δεν αφορούν κανέναν όπως «Η ύστερη Νεωτερικότητα και το επερχόμενο διακύβευμα των νέων συλλογικών μεταμοντέρνων υποκειμένων» η τελευταία σκηνή με την κυρία Μαίρη να τραγουδά, τον Αρμένη να χορεύει ζεϊμπέκικο, τον Ηλία να γκρεμίζει, θα έπρεπε να μελετηθεί επισταμένα όχι στο πεδίο της αναπαράστασης της ζωής μέσω της Τέχνης. Αλλά της αναπαράστασης της τέχνης μέσω της ζωής.
Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά και πώς με δόνησε για την παρουσία, τη φωνή και τη γούνα της κυρίας Μαίρης. Και με συντάραξε για τον όρθιο μπουζουξή δίπλα της και το συφοριασμένο χάραμα που το δράμα κορυφωνόταν. Σκέφτομαι πάντα επίσης μια λεπτομέρεια: Ο Μάκης (Γιώργος Αρμένης) στο μακρύ ταξίδι του μέσα στη νύχτα, φοράει την καμπαρτίνα του από την πρώτη στιγμή μέχρι την τελευταία που το κέντρο «Βιετνάμ» – μετά από διαταγή του – γκρεμίζεται. Τότε κι αυτός καίει την καμπαρντίνα του, όπως απαλλασσόμαστε μετά από μια μεγάλη ήττα, από τα αντικείμενα που τη θυμίζουν.
Κάτι ακόμη: Οι πιο παρατηρητικοί και μυημένοι συγκινήθηκαν ακόμη περισσότερο βλέποντας και τον μεγάλο τραγουδιστή Σπύρο Δημητρίου να ερμηνεύει στην ίδια ταινία μερικά κορυφαία τραγούδια. Σήμερα μάλιστα που ο Σπύρος («μικρός τσιγγάνος» ήταν το παρατσούκλι του στα χρόνια του ‘60) δεν είναι ανάμεσά μας, η συγκίνηση γίνεται ακόμη βαθύτερη.
Κάτι τελευταίο επίσης, για την τελευταία πάλι σκηνή. Τη χαίρομαι πάντα με την ίδια θέρμη και μου προκαλεί την ίδια συγκίνηση γιατί ξέρω πως αυτή είναι πάντα η κατάληξη ενός αληθινά ρομαντικού ανθρώπου – που θεωρεί βαρίδια τα λεφτά και τα αντιμετωπίζει με βαθιά απαξία – όπως ο Μάκης. Πάντα πριν το Βιετνάμ υπάρχει ένας ρεφορμιστής Ηλίας. Πάντα όμως τον τελευταίο λόγο τον έχει ένας Μάκης και το γκρέμισμα του Βιετνάμ του. Εστω και με εγχρήματους όρους.
6. Ο Θάνατος ενός Κινέζου Μπουκμέηκερ, του Τζον Κασσαβέτη, 1976. Η μεγαλύτερη ταινία του κορυφαίου σκηνοθέτη του κόσμου, είνα μια πικρή έγχρωμη αλληγορία εναντίον των δεσμεύσεων των αδυσώπητων μηχανισμών (όπως του Χόλιγουντ) και της ηρωικής του προσπάθειας να δημιουργήσει έναν ανεξάρτητο κινηματογράφο. Θα μπορούσα να είμαι ο Μπεν Γκαζάρα στην σκηνή του σκοτεινού μπαρ, θα μπορούσα να πίνω σαν αυτόν αλλά παλεύω με τους νεοφιλελέδες και κάνω μια πιο βαρετή ζωή.
7. Θίασος, του Θόδωρου Αγγελόπουλου, 1975. Αν η Ελλάδα τελείωσε το 1949, η σκηνή στο κέντρο διασκέδασης με τις αντιμαχόμενες παρέες ήταν η καλύτερη συμπύκνωση της αιώνιας διαιρετικής τομής αυτού του τόπου. Οι εθνικόφρονες παρουσιάζονται εδώ αντιερωτικοί αφού είναι απλά μια ένοπλη ανδροπαρέα σε αντίθεση με τους αριστερούς που είναι ζευγάρια. Σε λίγα λεπτά ο Αγγελόπουλος “καθάρισε” με την τοιχογραφία της χώρας και θύμισε πως η Βάρκιζα δεν είναι μόνο υπόθεση των πολιτικών δυνάμεων που υπεγράφη σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά καθημερινό επίδικο.
8. Ευδοκία, του Αλέξη Δαμιανού, 1971. Το περίφημο ζεϊμπέκικο στην σκηνή της ταβέρνας έχει κάτι από πίνακα του Τσαρούχη. Ο πρωτόγονος φακός του Δαμιανού διέσωσε μια αρχετυπική Ελλάδα που δεν εγκλωβίστηκε στα ιδεολογικά σχήματα αλλά ζούσε, ίδρωνε, ερωτευόταν, γαμιόταν, μισούσε με τον κανονικό τρόπο κάτω από τον ήλιο και πάνω στο χώμα. Το μουσικό θέμα του Λοϊζου “κάηκε” από τους τουριστικούς πλασιέ μεταγενέστερα αλλά πάντα προκαλεί δόνηση αφού ο τζουράς του Μουφλουζέλη από τα δάχτυλα του Θανάση Πολυκανδριώτη θα θυμίζει τα καρό τραπεζομάντηλα, το γέλιο της Ευδοκίας και την αδιαμεσολάβητη Ελλάδα που ανασαίνει γύρω μας.
9. Ο Δράκος, του Νίκου Κούνδουρου, 1956. Η μετεμφυλιακή Ελλάδα μέσα από μια ύψιστη αλληγορία σε σενάριο του Καμπανέλλη. Η απόδειξη πως ο Ντίνος Ηλιόπουλος ήταν κάτι παραπάνω από ηθοποιός. Και το καταγώγι που αντιμετατίθεται η ταυτότητα του υπαλληλάκου με του τρομερού Ζορό-εγκληματία, το κάδρο μιας Ελλάδας που έχει ταλέντο να μυθοποιεί και να ηρωοποιεί σε χρόνο dt.
10. Οι Αδίστακτοι, του Ντίνου Κατσουρίδη, 1965. Το πλάνο που χώρεσε τον μεγαλύτερο Έλληνα τραγουδιστή Στέλιο Καζαντζίδη και τον Νίκο Κούρκουλο στο μοναδικό τραγούδι του Γιάννη Μαρκόπουλου που ερμήνευσε ο Στέλιος, είναι και η πιο χρυσή εικόνα -σε σέπια- των 60s τούτης της ξεχαρβαλωμένης χώρας.
11. Κόκκινα Φανάρια, του Βασίλη Γεωργιάδη, 1963. Την χρονιά της δολοφονίας Λαμπράκη, ο Γεωργιάδης γυρίζει το φιλμ και ζουμάρει πάνω στο βίαιο κλείσιμο των οίκων ανοχής της Τρούμπας από τον ανεκδιήγητο Σκυλίτση. Πολύ περισσότερο από το στόρι που εκτυλίσσεται στο “σπίτι”, ο μεγάλος σκηνοθέτης σκιαγραφεί μια ηθογραφία του παλιού κόσμου που ενυπήρχε κάποιος κώδικας. Η σκηνή της “Άπονης Ζωής” με Μπιθικώτση και Ζαμπέτα, Φούντα, Κατράκη, Χέλμη, Χρονοπούλου και Δέσπω- το πρώτο τραγούδι μαζί με την “Φτωχολογία” σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου- θυμίζει πως ο πιο πραγματικός κινηματογράφος δεν έχει σχέση με τις ιδέες αλλά με την αφήγηση των βλεμμάτων, την κίνηση και τις παύσεις.
12. Συνοικία τ’ Όνειρο, του Αλέκου Αλεξανδράκη, 1961. Δεν ήταν η πρώτη νεορεαλιστική ελληνική ταινία- είχε προηγηθεί η Νεκρή Πολιτεία του Φρίξου Ηλιάδη-αλλά ήταν η καλύτερη. Η dream team της Αριστεράς (Κοτζιάς, Λειβαδίτης, Ζωγράφος, Μίκης, Παίζη, Κατράκης, Γεωργούλη κ.α) έφτιαξε αυτό το ποιήμα κάτω από τον Ασύρματο Πετραλώνων που λογοκρίθηκε, κυνηγήθηκε και γνώρισε την επιτυχία μεταγενέστερα. Η χαμένη άνοιξη αποτυπώθηκε στο μεγάλο πανί, σημαδεύοντας μια εποχή που αρκούσε να πεις την άποψη σου για να κυνηγηθείς. Στην σκηνή, εδώ οι πιο παρατηρητικοί βλέπουν πλάι στον Μπιθικώτση τον μέγα Καρανικόλα και την Βούλα Γκίκα από τα ηρωικά χρόνια του λαϊκού τραγουδιού.
13. Σουίτα 16, του Dominique Deruddere, 1994. Ο τρομερός Βέλγος σκηνοθετεί ένα παράξενο φιλμ που μου έγινε εμμονή για χρόνια, πέρασε στα ψιλά και το μοναδικό VHS της συμφοράς που το έχω γραμμένο είναι το άγιο δισκοπότηρο του σπιτιού μου. Η μούρη του μεγάλου ηθοποιού Pete Postlethwaite, και του κούκλου αλήτη Antonie Kamerling αναμετριούνται σε ένα ημι-road movie (αφού το μισό εκτυλίσσεται σε κλειστό χώρο) σε ένα παιχνίδι εξουσίας, πάθους, μίσους, αγάπης. Το κόκκινο παντελόνι, το λευκό πουκάμισο και το μαύρο σακάκι του Kamerling που υποδύεται -τον κενό από συναισθήματα- ζιγκολό, η σκηνή της παραλίας με τους γλάρους και η νιότη που καίγεται στα πληρωμένα γαμήσια, το θράσος και το λευκό βανάκι που είναι το σπίτι του φτωχοδιάβολου σε ένα αδιευκρίνιστο μέρος (Νότια Γαλλία; Ολλανδία; Βέλγιο; Νομίζω το δεύτερο) είναι κάτι επιπλέον για μένα: Είναι αυτό που δεν τόλμησα να ζήσω. Είμαι εγώ, δηλαδή ένας άλλος. Και όποιος έχει δει την ταινία και κάτι τον άγγιξε, είναι αυτόματα συγγενής μου.








