Οι νέοι που ασχολούνται µε την παραδοσιακή µουσική δεν είναι πολλοί, αλλά µε το µεράκι και το πάθος τους δίνουν ελπίδα για  τη συνέχεια και την ανανέωσή της. Αναζητούν τη διεύρυνση των γνώσεών τους στα πανεπιστήµια και στις µουσικές σχολές, θεωρώντας ότι για να παραµείνει ζωντανό αυτό το είδος δεν θα πρέπει να αντιµετωπίζεται ως γραφικό και φολκλόρ. Πτυχία, µεταπτυχιακά, αλλά κυρίως η αγάπη τους για την παράδοση τους κάνουν ξεχωριστούς και πολύτιµους κρίκους µιας µακράς αλυσίδας σπουδαίων ερµηνευτών.
Παναγιώτης Λάλεζας
Οταν τα περισσότερα παιδιά είχαν για ήρωά τους τον Μπάτμαν, εκείνος είχε τον οπλαρχηγό Νικηταρά. Το βράδυ προτού τον πάρει ο ύπνος ο Παναγιώτης Λάλεζας σκεφτόταν τον Κολοκοτρώνη, τον Διάκο και τον Καραϊσκάκη και φανταζόταν ότι ήταν μαζί τους. Ως παιδί του άρεσε να κάνει παρέα με μεγαλυτέρους του, να ακούει ιστορίες από τους γέροντες του χωριού, και μάλιστα εκείνες που είχαν ως πρωταγωνιστές τους ήρωες του '21. Φορούσε σκαρπίνια και επειδή δεν έβρισκε συχνά σε παιδικό νούμερο τα φυλούσε ως κόρην οφθαλμού.
Για τον Παναγιώτη Λάλεζα η παράδοση δεν ήταν μόνο τα τραγούδια που τον γοήτευαν, αλλά ολόκληρος ο τρόπος ζωής που την πλαισίωνε: «Μεγάλωσα στην Αρχαία Κόρινθο, παντρεύτηκα αρκετά μικρός, 23 ετών, και έχω τρία παιδιά. Ακολούθησα έναν για πολλούς παλιομοδίτικο τρόπο ζωής, αλλά για μένα αυτός ήταν ο σωστός ή, για να είναι πιο ακριβής, ο ιδανικός. Βρίσκω περισσότερη ουσία σε εκείνα τα μοτίβα από αυτά που επικρατούν σήμερα».
Παιδί-θαύμα, άρχισε να ηχογραφεί από την ηλικία των 10 ετών κλέφτικα τραγούδια και όλοι άρχισαν να μιλούν για τον μικρό με την ξεχωριστή φωνή.Την αγάπη του όμως για το τραγούδι την οφείλει στον πατέρα του. «Είχε μεράκι χωρίς να είναι επαγγελματίας. Γνώριζε πάρα πολλά τραγούδια και είχε πάρα πολλούς δίσκους. Αυτός αποτέλεσε το πρώτο μου ερέθισμα».
Για τον Παναγιώτη Λάλεζα είναι πολλές οι στιγμές που έχουν χαραχτεί στη μνήμη του από την εποχή όπου έκανε τα πρώτα του βήματα. Ξεχωρίζει όμως εκείνη στην οποία πήρε το βάπτισμα του πυρός, όταν τραγούδησε μπροστά σε πολύ κόσμο. Ηταν το 1981, σε μια συναυλία στο Αιγάλεω αφιερωμένη στο δημοτικό τραγούδι. «Ανέβηκα στη σκηνή και τραγούδησα το "Ολα τα πουλάκια ζυγά ζυγά". Ημουν 8 ετών τότε. Δεν είχα τραγουδήσει ξανά ποτέ με ορχήστρα και μικρόφωνο. Ηταν η πρώτη φορά που άκουσα τη φωνή μου σε ηχεία και ένιωσα τρακ και δέος».
Νεκταρία Καρατζή
Για τη Νεκταρία η μουσική περνάει μέσα από θρησκευτικούς ήχους και ψαλμούς. Από τα 9 της χρόνια σπούδαζε βυζαντινή μουσική και πιάνο και έψελνε σε ναούς. Η παραδοσιακή μουσική ήταν κάτι πολύ μακριά, όπως λέει, από το γούστο της. Το 2003 όμως γνώρισε τον Χρόνη Αηδονίδη και το ενδιαφέρον της ανανεώθηκε. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού «η ευγένεια και η γλυκύτητα του Χρόνη Αηδονίδη ανέδειξαν μια αξία πολύ βαθύτερη για την παραδοσιακή μουσική. Ο τρόπος που προσεγγίζει το συγκεκριμένο είδος μουσικής είναι εντυπωσιακός, αφού μπορεί να αναβιώσει το παρελθόν χωρίς να προκύπτει κάποιο στοιχείο φολκλόρ ή γραφικό».
 Για τη Νεκταρία Καρατζή εδώ κρύβεται και το μυστικό για τη συνέχεια της παραδοσιακής  μουσικής: «Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μουσειακό είδος, αλλά ίσως θα πρέπει να γίνονται πιο ευδιάκριτες οι προθέσεις. Είναι διαφορετική η ανάγκη να πλησιάσουμε ό,τι μας έχει παραδοθεί από παλιά στη μουσική,  χρησιμοποιώντας όργανα που παραπέμπουν στο δημοτικό είδος. Επίσης, είναι κάτι τελείως διαφορετικό το να χρησιμοποιούνται οι δρόμοι της παράδοσης για να γραφτούν καινούργια τραγούδια. Αυτό δεν είναι παραδοσιακό τραγούδι, είναι κάτι διαφορετικό, που πατάει όμως πάνω στη δημοτική γραφή».
Η μαθητεία της δίπλα στον Χρόνη Αηδονίδη της έδωσε την ευκαιρία να αποκαλυφθεί ένας καινούργιος μουσικός κόσμος, τον οποίο αγάπησε και μελετά. Ωστόσο η Νεκταρία Καρατζή δεν αποκόπηκε από τη μεγάλη της αγάπη που είναι η βυζαντινή μουσική και οι θρησκευτικοί ύμνοι. «Θέλω, εκτός από τραγουδίστρια, να είμαι και ψάλτρια. Αλλωστε στη βυζαντινή μουσική έχουν ρίζες πολλά τραγούδια και είδη μουσικής». Οι δραστηριότητές της πάντως δεν σταματούν εδώ. Είναι τελειόφοιτη της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης, ενώ έχει κάνει μεταπτυχιακό σε θέματα Ποινικού και Εκκλησιαστικού Δικαίου.
Στέλλα Βαλάση
Ηταν περίπου 6 ετών όταν μαζί με τον πατέρα της πήγε σε μια συναυλία στην οποία έπαιζε ο Αριστείδης Μόσχος. Η Στέλλα Βαλάση τότε αποφάσισε ότι θέλει να μάθει σαντούρι και το είπε στον πατέρα της. Ετσι βρέθηκε στις αίθουσες των ωδείων. Εως πριν από λίγα χρόνια η ζωή της μοιραζόταν ανάμεσα σε Βόλο και Λάρισα για να ολοκληρώσει τις σπουδές της στη μουσική. Θεωρητικά, φούγκα και ό,τι άλλο θα μπορούσε να της δώσει  εφόδια για να προχωρήσει σε αυτό που αγαπά. Μετά το Λύκειο το  Μουσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Αθήνας ήταν για τη Στέλλα μονόδρομος: «Τα θεωρητικά μαθήματα, τα οποία μας αποκάλυπταν την κουλτούρα και την ιστορία άλλων λαών, με έκαναν να προσεγγίσω τη μουσική και δη την παραδοσιακή περισσότερο. Αισθάνομαι ότι έκανα ένα ακόμη βήμα στο να βρεθώ περισσότερο κοντά σε αυτό που αγαπώ».  
Η Στέλλα Βαλάση είναι δεξιοτέχνης στο σαντούρι. Ταυτοχρόνως γράφει μουσική, χωρίς όμως να περιορίζεται στους ήχους των δημοτικών δρόμων.  Οι σπουδές της στο πανεπιστήμιο της της αποκάλυψαν έναν καινούργιο κόσμο και της έδωσαν το ερέθισμα να ψάξει και άλλους ήχους και μελωδίες, διαφορετικές από αυές που γνώριζε μέχρι εκείνη την στιγμή.  Οτι άκουσε και την γοήτευσε το έκανε δικό της «Ολα τα μουσικά όργανα μπορούν να ενταχθούν και να αναδειχθούν σε άλλα είδη από αυτά που τα έχουμε συνηθίσει και το αποτέλεσμα να είναι εντυπωσιακό. Πάντα έτσι αντιμετώπιζα την ενασχόλησή μου με την παραδοσιακή μουσική». Αυτή την εποχή έχει ολοκληρώσει τη μουσική που έχει συνθέσει για μια κινηματογραφική ταινία ελληνοβρετανικής παραγωγής και ταυτόχρονα δουλεύει και άλλες μελωδίες  της. «Τα βίωμά μου είναι η παράδοση και η δημοτική μουσική, αλλά έχοντας μελετήσει και άλλους ήχους θέλω να τους ενώσω. Αυτό άλλωστε δεν είναι η μουσική;».
Γιάννης Αντωνιάδης
Ενα Σαββατοκύριακο οι γονείς του τον άφησαν στους παππούδες για να πάνε ένα ταξίδι. Ο Γιάννης Αντωνιάδης βρήκε ένα μπαγλαμαδάκι και άρχισε να το περιεργάζεται. Αρχισε να ψάχνει τη μελωδία στις χορδές και δεν άργησε να τη βρει. Οταν επέστρεψε ο πατέρας του, τού έπαιξε το τραγούδι. Αυτή ήταν η αρχή, αλλά για να φτάσει έως το κλαρίνο και να συμμετέχει επαγγελματικά πλέον στο σχήμα του Θανάση Παπακωνσταντίνου πέρασε από πολλές διόδους!
«Η μουσική υπήρχε πάντα στη ζωή μου. Ο πατέρας μου, εκτός από το ότι παίζει μπουζούκι, είναι και συλλέκτης πολλών δίσκων ροκ, μέταλ και παραδοσιακής μουσικής. Θυμάμαι όμως ότι όταν πηγαίναμε σε πανηγύρια το βλέμμα μου καρφωνόταν στα δάχτυλα ενός εξαίρετου κλαρινίστα, του Αντώνη Ζώρα από τη Γουμένισσα. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί. Μου άρεσε πολύ ο ήχος που έβγαζε».
Μέχρι τα 13 του χρόνια ο Γιάννης Αντωνιάδης διασκέδαζε, όπως τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας του, επηρεασμένος από τους ήχους του ραδιοφώνου. «Κάποια στιγμή πέρασα μια έντονη φάση με τη ραπ, αλλά η παραδοσιακή μουσική στριφογυρνούσε στη ζωή μου. Είχα ξεκινήσει να κάνω μαθήματα στο ωδείο και ένας δάσκαλός μου, ο οποίος έπαιζε στη Φιλαρμονική του Δήμου στο Κιλκίς κλαρινέτο, γνωρίζοντας την κλίση μου μού έλεγε συνέχεια να μάθω κάποιο όργανο. Ο δρόμος που ακολουθούσα όταν πήγαινα για μάθημα στο ωδείο περνούσε από τον χώρο όπου έκανε πρόβες η Φιλαρμονική. Κάποια στιγμή, σε ένα διάλειμμά της, με βλέπει ο δάσκαλός μου και με πηγαίνει μέσα... Οταν είδα το κλαρίνο, αποφάσισα ότι αυτό είναι το όργανο που θα μάθω"
Ο Γιάννης Αντωνιάδης εφέτος αποφοίτησε από το Μουσικό Πανεπιστήμιο στη Θεσσαλονίκη και συνεχίζει τη συνεργασία του με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. «Οι σπουδές μου δεν με έκαναν να αγαπήσω περισσότερο τη μουσική, αλλά μου έδωσαν ερεθίσματα για να δω και άλλα πράγματα, τα οποία είναι απολύτως ενδιαφέροντα και γοητευτικά».
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από