Mε όπλο του το ύφος και τις δαντελωτές του μανσέτες μπορούσε να καθυστερεί τα τρένα και να έχει έναν ολόκληρο σταθμό επί ποδός για να ζωγραφίσει. Δοκίμασε την τύχη του ως στρατιώτης στην Αλγερία. Εκανε απόπειρα αυτοκτονίας όταν έφτασε σε απόγνωση. Και κατάφερε να εξελιχθεί από τον νεαρό που έφτιαχνε καρικατούρες στον καλλιτέχνη που άνοιξε μια νέα σελίδα στην Ιστορία της Τέχνης ζωγραφίζοντας την εντύπωση της στιγμής.
H καλή ημέρα από το πρωί φαίνεται και ότι ο Κλοντ Μονέ θα έβγαζε χρήματα από τη ζωγραφική φάνηκε ήδη από τα εφηβικά του χρόνια, όταν ολόκληρη η Χάβρη, όπου ζούσε, έκανε ουρά για να αποκτήσει μια καρικατούρα του προς 20 φράγκα. Τιμή αδιαπραγμάτευτη από τότε που έγινε φίρμα, όπως έλεγε ο ίδιος. Στα 16 του είχε ήδη μια μικρή περιουσία - 2.000 φράγκα - και την ελευθερία να επιλέξει να γίνει ζωγράφος παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του, μεγαλέμπορα που εφοδίαζε πλοία και διακινούσε εξωτικά προϊόντα από τις αποικίες στην Ευρώπη.
Μάταια ο πατέρας προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τον γιο του. «Γεννήθηκα απείθαρχος», έλεγε ο ίδιος που έκανε διαρκώς κοπάνες από το σχολείο είτε για να σκαρφαλώσει σε λόφους είτε για να χαζολογήσει στην ακροθαλασσιά. Κάθε απουσία ήταν για τον νεαρό Οσκαρ - Κλοντ, όπως ήταν το πλήρες όνομά του, μια περιπέτεια. Και ως κυνηγός νέων εμπειριών, δεν δυσκολεύτηκε να αποδεχθεί την ιδέα να υπηρετήσει στον Στρατό και να πάει στην Αλγερία.
Μόνο που δεν υπολόγισε τον τυφοειδή πυρετό, ο οποίος τον ανάγκασε να πάρει φύλλο πορείας για το Παρίσι ήδη από την πρώτη διετία, ενώ προβλεπόταν να υπηρετήσει για επτά χρόνια.
Η επιστροφή του θα σημάνει και πάλι την ενασχόλησή του με τη ζωγραφική. Κυκλοφορεί ντυμένος στην πένα και οι μανσέτες του ειδικά - στολισμένες με δαντέλες - αφήνουν εποχή. Και παρ' όλο που δήλωνε εξαιρετικά επιλεκτικός στις γυναίκες, έπεσε στα δίχτυα της Καμίλ Ντονσιέ. Η όμορφη Καμίλ θα μείνει γρήγορα έγκυος. Ο πεθερός της, με το που θα πληροφορηθεί το γεγονός, αποφασίζει να σταματήσει την οικονομική ενίσχυση προς τον γιο του.
Ο Μονέ αναγκάζεται να ζει με δανεικά. Και όταν διαπιστώνει πως τα έργα του απορρίπτονται από το Σαλόν - την έκθεση που είναι ταυτισμένη με την καταξίωση - απελπίζεται. Βουτιά στον Σηκουάνα με σκοπό να αυτοκτονήσει, αλλά τελικά γλιτώνει από τα ορμητικά νερά και κερδίζει τη μάχη για τη ζωή.
Στο μεταξύ ξεσπά πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Πρωσίας. Η όρεξή του για πολεμικές περιπέτειες έχει κοπάσει. Η λύση για να γλιτώσει την επιστράτευση είναι το στεφάνι. Το ότι είναι νιόπαντρος όμως μόνο αναβολή μπορεί να του εξασφαλίσει, οπότε αποφασίζει να μετακομίσει στο Λονδίνο.
Οταν επιστρέφει στο Παρίσι έναν χρόνο αργότερα, έχει αποφασίσει και πώς θέλει να είναι το στυλ του. Δεν τον ενδιαφέρει η πραγματικότητα πλέον, αλλά ό,τι πιάνει το μάτι του εκείνη τη στιγμή. Η εντύπωση. Και κάπως έτσι γεννιέται ο ιμπρεσιονισμός, το κίνημα δηλαδή που αποτυπώνει την εντύπωση μιας στιγμής.
Παθιάζεται με τη νέα αυτή προσέγγιση. Κάποια στιγμή αποφασίζει πως θέλει να ζωγραφίσει έναν σιδηροδρομικό σταθμό, αλλά θεωρεί πως για να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα θα πρέπει να καθυστερήσει το τρένο. Ποιος θα έπαιρνε όμως μια τέτοια απόφαση;
Ο Μονέ ντύθηκε, στολίστηκε, πήρε τα σύνεργά του και εμφανίστηκε στον σταθμό. Με ύφος σοβαρό και επίσημο εξήγησε ότι επέλεξε το συγκεκριμένο σημείο για να ζωγραφίσει απορρίπτοντας κάποια άλλα (!) και απαίτησε να αργήσει το τρένο. Ο φίλος του Ρενουάρ, που παραδίδει το περιστατικό, αναφέρει ότι ο σταθμάρχης του έκανε όλα τα χατίρια. Σταμάτησε τα τρένα, έβαλε το προσωπικό να τρέχει για να ικανοποιεί και τις πιο παράλογες απαιτήσεις του - «βάλτε περισσότερο κάρβουνο στις μηχανές για να βγει πολύς καπνός!» - και τον αποχαιρέτησε με υποκλίσεις. Κι όλα αυτά χωρίς ούτε να μπορέσει να φανταστεί ο φτωχός σταθμάρχης πως ο ζωγράφος με το περισπούδαστο ύφος δεν ήταν κάποιος φημισμένος, αλλά ένας που δεν έχαιρε εκτίμησης - τουλάχιστον από το κατεστημένο.
Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, ένας από τους καλύτερους πελάτες τού Μονέ, ο Ερνστ Οσεντιέ, παθαίνει οικονομική καταστροφή και φεύγει στο Βέλγιο. Ο ζωγράφος, αν και σε δεινή οικονομική κατάσταση, μαζεύει τη γυναίκα και τα παιδιά τού φίλου του στο σπίτι του. Γρήγορα όμως η Καμίλ αρρωσταίνει και πεθαίνει και η σύζυγος του φίλου παίρνει τη θέση της.
Μόλις τα πράγματα μπουν σε μια σειρά και τα οικονομικά βελτιωθούν, η διευρυμένη πλέον οικογένεια Μονέ μετακομίζει στον τόπο που θα αποδειχθεί το καταφύγιο του καλλιτέχνη: στον κήπο του στο Ζιβερνί. Είναι η εποχή που θα αρχίσει να ζωγραφίζει το ίδιο θέμα σε διαφορετικές ώρες μέσα στην ημέρα, σε διαφορετικές εποχές, υπό διαφορετικό φως. Αρχίζει με τις θημωνιές που βλέπει στα λιβάδια, αλλά καταλήγει να λατρέψει τα νούφαρα του κήπου του, τα οποία θα απαθανατίσει σε 250 πίνακες, ενώ οι τεράστιοι κοίλοι καμβάδες που δημιούργησε με νούφαρα έχουν χαρακτηριστεί ως «Καπέλα Σιξτίνα του ιμπρεσιονισμού».

- Γεννήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 1840 και πέθανε στις 5 Δεκεμβρίου του 1926
- Ενα από τα πιο φιλόδοξα πρώιμα έργα του ήταν το «Πρόγευμα στη χλόη». Το έργο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, ίσως επειδή ο ζωγράφος απογοητεύθηκε από την αρνητική κριτική που του άσκησε ο Γκιστάβ Κουρμπέ. Από το έργο διαστάσεων 4,50x6 μ. μόνο ένα τμήμα σώζεται στο Λούβρο, ενώ μια παραλλαγή σε μικρότερη εκδοχή μπορεί να δει κάποιος στη Μόσχα, στο Μουσείο Πούσκιν.  

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από