Ωραίος ο τίτλος «Το ταξίδι στην Ελλάδα». Αντιστρέφει την υπόσχεση του εξωτισμού, που γνέφει μέσα από τις συναρτήσεις της λέξης ταξίδι (π.χ. «Το ταξίδι στην Ινδία»), και την κάνει πρόσκληση στην περιπέτεια της ανακάλυψης του οικείου. Τέτοια ανάδρομα οδοιπορικά γίνονται σε ώριμη ηλικία. Ο Καζαντζάκης είχε περάσει τα εξήντα, όταν αναγνώρισε επιτέλους στη συγκαιρινή του Ελλάδα τις αυθεντικές πρώτες ύλες του μύθου τον οποίο κυνηγούσε μέχρι τότε σε άλλα μέρη, άλλες εποχές και άλλες κοσμοθεωρίες.
Ο Νόλλας, που δεν είναι και μάλλον δεν θα ήθελε να είναι Καζαντζάκης, έχει διαφορετική ματιά, αλλά τελικά αποζητά και αυτός με το «Ταξίδι» του ένα είδος αναμύθευσης της ελληνικής πατρίδας. Συμπυκνώνοντας χρόνο και εμπειρία, χάρη σε μια αρκετά διασταλτική ερμηνεία της περίφημης ποιητικής άδειας, βάζει να ξεκινάει και να ολοκληρώνει αυτό τον ενορατικό ανάπλου ένας εικοσιτριάχρονος νέος, που επιστρέφει στην Ελλάδα έπειτα από απουσία τριών χρόνων και ξαναφεύγει μετά λίγες εβδομάδες.  
Η σύντομη, αλλά μεστή από καταλυτικές συναντήσεις οδύσσεια διαδραματίζεται το φθινόπωρο του 1963. Ο Θεσσαλονικιός Αρίστος ψευτοσπουδάζει στο Μόναχο, ζει μποέμικα και κερδίζει κάποια χρήματα δουλεύοντας για έναν έλληνα έμπορο στη λαχαναγορά της πόλης. Το αφεντικό του τού αναθέτει να συνοδέψει στην Ελλάδα μια ιδιόρρυθμη γυναίκα, τη Χρυσάνθη, και από το σημείο αυτό αρχίζει η ιστορία. Η Χρυσάνθη είχε στρατολογηθεί αυτοβούλως στην Κατοχή για εργασία στη Γερμανία. Εζησε εκεί είκοσι χρόνια και τώρα τη στέλνουν πίσω, με το αιτιολογικό ότι της έχει σαλέψει. Με την άφιξη του τρένου στη Θεσσαλονίκη η Χρυσάνθη εξαφανίζεται. Ο Αρίστος αισθάνεται υποχρεωμένος να τη βρει. Παράλληλα αναθυμάται, κατά τις διαδρομές του στη γενέτειρά του, το παρελθόν του και το παρελθόν της οικογένειάς του, ενώ έρχεται σε διάσταση με τον αδελφό του για τα κληρονομικά. Η αναζήτηση της Χρυσάνθης τον οδηγεί σε ένα θεσσαλονικιώτικο στέκι ομοφυλοφίλων και κατόπιν, με τη συνοδεία της μικρής αδελφής της, της Βασιλικής, στο χωριό της, στην περιοχή της Κοζάνης, όπου θα συναντήσουν τον αλλοτινό αρραβωνιαστικό της εξαφανισμένης (έναν δάσκαλο ερωτευμένο με την ποίηση του Μαλακάση) και διάφορα άλλα πρόσωπα. Ο Αρίστος και η Βασιλική επιστρέφουν άπρακτοι στη Θεσσαλονίκη, γίνονται για λίγο εραστές, εκείνος ξανασυναντάει συμπτωματικά και φευγαλέα τη Χρυσάνθη, διευθετεί τις διαφορές του με τον αδελφό του και, αφού εμπιστευτεί σε έναν ρέκτη μικροεκδότη από την Καλαμαριά την έκδοση των ποιημάτων του, παίρνει το τρένο της επιστροφής στη Γερμανία.
Ακαρπη, λοιπόν, η αναζήτηση της αλαφροΐσκιωτης Χρυσάνθης (αφού η επανεμφάνισή της είναι τυχαία και χωρίς συνέχεια), όχι όμως άκαρπο και το ταξίδι του Αρίστου, όσο τετριμμένα και αν μοιάζουν τα καθέκαστά του. Μέσα από τις συναντήσεις του με τα διάφορα πρόσωπα, ο φιλαπόδημος και μποέμης Αρίστος θα συνειδητοποιήσει ότι η πατρίδα του είναι ένα αδιάσπαστο μείγμα αθλιότητας και ανάτασης, ανθρώπινης ωμότητας και ανθρώπινης ζεστασιάς (συχνά στο ίδιο πρόσωπο), ένα αινιγματικά και βασανιστικά πολύμορφο σύνολο από προσωποποιημένες αντιφάσεις: ο τραχύς, φιλήδονος, αδίστακτος, αλλά και παράξενα ανθρώπινος παιδεραστής χωροφύλακας Τρύφων, ο αλλοπαρμένος επαρχιακός δάσκαλος, ο ρουμανίζων Βλάχος της Κοζάνης που εξομολογείται ότι παραμιλάει σαν αρχαίος Ελληνας όποτε ακούει ένα ρεμπέτικο του Παπαϊωάννου, ενώ πιο πριν, στο τρένο από τη Γερμανία, ένας ελληνομαθής Γιουγκοσλάβος, προφανώς σλαβόφωνος πρόσφυγας από την Ελλάδα, είχε αυτοπροσδιοριστεί ως Μακεδόνας και στην αγανακτισμένη ερώτηση του Αρίστου «Κι εγώ τότε τι είμαι;» είχε απαντήσει ήρεμα «Κι εσύ είσαι Μακεδόνας». Ακόμη, ο μακιαβελικός λοχαγός του Εθνικού Στρατού στον Εμφύλιο, ο πανούργος, αλλά και θυμόσοφος τοκογλύφος της Θεσσαλονίκης, ο εκκεντρικός εκδότης της Καλαμαριάς. Ολα αυτά τα πρόσωπα μοιάζουν να κουβαλούν ένα απροσπέλαστο μυστήριο, που τους δίνει μια αλλόκοτη γοητεία.
Κιβωτός και μαζί απόπειρα υπέρβασης αυτών των αντιφάσεων φαίνεται να είναι ο πιο μυστηριώδης από όλους τους χαρακτήρες του βιβλίου, που δεν είναι άλλος από τη Χρυσάνθη. Η μοναχική, προκλητικά «αντιπατριωτική», αλλά χωρίς κανένα ιδεολογικό κίνητρο απόφασή της να πάει να δουλέψει στη χώρα που την ίδια στιγμή κατασπάραζε την πατρίδα της, ήταν, όπως εξηγεί με τον δικό της τρόπο, μια πράξη απελευθέρωσης, μια έμπρακτη απαίτηση να ορίσει η ίδια τη μοίρα της, μακριά από τις αδράνειες και τους καταναγκασμούς του περίγυρού της. «Φεύγε και σώζου» προτρέπει σιβυλλικά τον Αρίστο στην τελευταία τους συνάντηση. Αλλά, καθώς ο Αρίστος έχει ήδη καταλάβει ότι θα κουβαλάει μόνιμα μέσα του εκείνο από το οποίο θα ξαναφύγει, ότι εκείνο είναι ο τελικά ο εαυτός του, μπορούμε να υποψιαστούμε ότι το ίδιο ισχύει για τη Χρυσάνθη.
Ο,τι έγραψα μόλις τώρα είναι η δική μου ερμηνευτική πρόταση για το βιβλίο. Ηθελε όμως ο Νόλλας να πει κάτι τέτοιο; Και στέκει, τέλος πάντων, η μυθιστορηματική του σύνθεση; Είναι παροιμιώδης η υπαινικτική γραφή αυτού του συγγραφέα, τόσο επίμονα υπαινικτική, στα όρια της μανιέρας, ώστε συχνά ο αναγνώστης έχει την εντύπωση της υπεκφυγής. Κατά τη γνώμη μου, η γραφή αυτή λειτουργεί δραστικά στα διηγήματά του, ιδίως τα παλιότερα. Στα (πάντα μικρά) μυθιστορήματα και τις νουβέλες του μεγεθύνονται οι αδυναμίες και αναδεικνύονται οι περιορισμοί της: η άρρυθμη αφήγηση, η άγαρμπη γλώσσα (που, εδώ τουλάχιστον, συνοδεύεται από μια άστοχη στίξη), τα ασύνδετα επεισόδια. Στο «Ταξίδι» μάλιστα οι αδυναμίες αυξάνονται. Υπάρχουν ξεκάρφωτες αναφορές στον Πεντζίκη, τον Σεφέρη, τον Ουγκό, αμόρφωτοι χωριάτες και άξεστοι χωροφύλακες μιλούν σαν διανοούμενοι (εκφράζοντας μάλλον ιδέες του συγγραφέα), η ίδια η αφηγηματική συνθήκη είναι προβληματική: ενώ η τριτοπρόσωπη αφήγηση έχει εξαρχής εσωτερική εστίαση (την οπτική του Αρίστου), ξαφνικά, στη μέση του βιβλίου, αποδίδεται μια-δυο φορές σε έναν φίλο του Αρίστου από τη Γερμανία, που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, και προς το τέλος εμφανίζεται ένας άλλος αφηγητής, ο ίδιος ο συγγραφέας, ο οποίος κάνει κάτι θυμωμένα, ρηχά σχόλια για τη μετέπειτα πορεία της Ελλάδας. Ολα αυτά αφήνουν μια αίσθηση προχειρότητας. Είναι παράδοξο, και πιστώνεται στον Νόλλα, ότι παρ' όλα αυτά το μυθιστόρημά του καταφέρνει να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και μερικές σελίδες του, προπαντός εκείνες που περιγράφουν το οδοιπορικό στη μακεδονική ύπαιθρο, είναι πραγματικά πολύ όμορφες.
Μου φαίνεται πως ο Νόλλας, που έχει αρκετές ομοιότητες με τον ήρωά του (ηλικία το 1963, νεανικά χρόνια κ.ά.), θέλησε να μιλήσει για τη διάπλαση της σχέσης του με τον τόπο του, να σκιτσάρει το δικό του όραμα μιας Ελλάδας που είναι «κι αυτά κι εκείνα», τα φωτεινά και τα σκοτεινά, οι ιστορικές εκκρεμότητες και η αταξία του παρόντος, η παράδοση και η άναρχη ατομικότητα. Διάλεξε άραγε κατάλληλο τρόπο; Δεν είμαι βέβαιος.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από