Ο Ρόµπερτ Ο. Πάξτον είναι επίτιμος καθηγητής Κοινωνικών Επιστημών στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κολούμπια. Θεωρείται από τους σημαντικότερους ιστορικούς για την Ευρώπη, κυρίως όσον αφορά τη μελέτη του φασιστικού φαινομένου. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι οι αναλύσεις του για τη Γαλλία του Βισί. Τον Απρίλιο του 2009 παρέλαβε το γαλλικό βραβείο της Λεγεώνας της Τιμής και είναι µέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών.
Το παρουσιαζόμενο βιβλίο, μαζί με το βιβλίο του Στάνλεϊ Πέιν «Η Ιστορία του Φασισμού (1914-1945)» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Φιλίστωρ, θεωρούνται ήδη κλασικές μελέτες για τον φασισμό. Η ιδιαιτερότητα όμως του παρουσιαζόμενου τόμου βρίσκεται στο ότι εδώ η ανάλυση, παρά την ιστορική της σημασία, δεν λειτουργεί ως αυτοσκοπός αλλά ως κλειδί για την ερμηνεία του μεταπολεμικού φασισμού και την πιθανότητα μιας νέας επικράτησής του. Παρότι, όπως είναι φυσικό, δεν αναφέρεται στην άνοδο του ελληνικού νεοναζισμού, αφού το βιβλίο γράφηκε το 2004, μπορεί να χρησιμεύσει στην κατανόηση των ιδεολογικών σχημάτων και πρακτικών που εφαρμόζει η Χρυσή Αυγή.
Ο Ρόμπερτ Πάξτον υποστηρίζει πως, αν και οι περισσότεροι δηλώνουν ότι γνωρίζουν τι είναι φασισμός, το τι πραγματικά ήταν αυτό το φαινόμενο είναι κάτι που δεν έχει αυτόματη απάντηση. Και σε αντίθεση με όσους ταυτίζουν τον φασισμό με την ιδεολογία του, αυτός υποστηρίζει ότι ο καλύτερος τρόπος για την προσέγγιση του φαινομένου είναι η ανάλυση των όσων έκαναν οι φασίστες. Ο πιο ενδεδειγμένος μεθοδολογικά τρόπος για την ανάλυση των αιτιών της ανόδου και της ήττας του φασισμού δεν είναι να ξεκινήσουμε από τον ορισμό του φαινομένου, αλλά από την περιγραφή των πέντε φάσεών του.
1Η πρώτη είναι αυτή της δημιουργίας των φασιστικών κινημάτων. Η πρώτη πράξη εμφάνισης του φασισμού είναι η 23η Μαρτίου 1919, όπου στο Μιλάνο πραγματοποιήθηκε η ιδρυτική συνάντηση του φασιστικού κινήματος. Αυτή όμως η συνάντηση ήταν αποτέλεσμα μια μεγάλης προϊστορίας στην Ιταλία, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Στο άμεσο παρελθόν, πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, σε Ουγγαρία, Αυστρία, Γερμανία, αλλά και στις ΗΠΑ της Κου Κλουξ Κλαν ή στα σλαβόφιλα ρεύματα της Μεγάλης Ρωσίας είχαν υπάρξει δείγματα διαμόρφωσης φασιστικών κινημάτων. Ο φασισμός εμφανίστηκε ως απόλυτη άρνηση των τριών μεγάλων νεωτερικών θεωριών, του φιλελευθερισμού, του συντηρητισμού και του κομμουνισμού. Εχει βαθιές πνευματικές, πολιτισμικές και συναισθηματικές ρίζες. Είναι όμως λάθος να χαράσσουμε μια γραμμική γενεαλογία που θα οδηγεί από τους πρώτους στοχαστές έως τον φασισμό στην ολοκληρωμένη μορφή του. Οπως είναι λάθος να τον θεωρούμε και έκφανση κάποιας ψυχικής διαταραχής. Πάντως, οι ρίζες του δεν είναι μόνο κάποιες θεωρίες, αλλά υφέρποντα πάθη και συναισθήματα. Ο φασισμός είναι πρωτίστως ανορθολογισμός και μίσος για τον άλλο. Να το θυμόμαστε αυτό.
2 Η δεύτερη φάση είναι όταν αυτό το ανορθολογικό ρεύμα αρχίζει να αποκτά κοινωνικές προσβάσεις και να εδραιώνεται. Η φάση όπου από περιθωριακή ομάδα γίνεται ένα σύνολο με έντονη πολιτική δύναμη στις κοινωνίες που βιώνουν την κρίση των φιλελεύθερων αξιών. Και ακριβώς η κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι η πηγή που ποτίζει τα φασιστικά φίδια. Και αυτό να το θυμόμαστε. Γιατί για τον συγγραφέα οι απανταχού φασίστες επωφελήθηκαν από την αδυναμία των μετριοπαθών δυνάμεων του Κέντρου να μιλήσουν για τα προβλήματα των μαζών. Ε, αυτό και αν πρέπει να το θυμόμαστε, σε εποχές μάλιστα όπου ο λαϊκίστικος ελιτισμός προβάλλει ως μέσο καταπολέμησης της Χρυσής Αυγής. Στη διαδικασία εδραίωσης έπαιξαν σημαντικό ρόλο οι διανοούμενοι και ο αντισημιτισμός, αλλά το μείζον ήταν η κατάπτωση των φιλελεύθερων αξιών και η αδυναμία της αστικής δημοκρατίας να επιλύσει τα προβλήματα που προέκυψαν από την καθυστερημένη βιομηχανοποίηση σε Γερμανία και Ιταλία κυρίως.
3 Η τρίτη φάση είναι αυτή της κατάληψης της εξουσίας. Μια κατάληψη που δεν ήταν αναπόφευκτη εξέλιξη, αλλά προέκυψε από τη συνεργασία των συντηρητικών δυνάμεων κυρίως στην Ιταλία και στη Γερμανία με τους φασίστες. Συνεργασία που είχε ως στόχο την περιθωριοποίηση, πέρα από τις δημοκρατικές διαδικασίες, της δύναμης της Αριστεράς. Ας μη σπεύσουν να διαμαρτυρηθούν οι υποστηρικτές της Αριστεράς, και αυτό το στοιχείο υποστηρίζω ότι θα πρέπει να το θυμόμαστε.
4 Ακολουθεί η τέταρτη φάση, αυτή της άσκησης της εξουσίας. Εδώ ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι στη ναζιστική Γερμανία και στη φασιστική Ιταλία δεν είχαμε να κάνουμε με στεγανοποιημένα καθεστώτα. Αντιθέτως, υπήρχαν πολλές αντιθέσεις στις σχέσεις μεταξύ του ηγέτη, του κόμματος και του κράτους, αλλά και ρωγμές στη σχέση μεταξύ του καθεστώτος και της κοινωνίας των πολιτών.
5 Στην πέμπτη και τελευταία φάση έχουμε την περίοδο της σκλήρυνσης και του ριζοσπαστισμού, που οδηγούν και στην «τελική λύση» των στρατοπέδων. Αυτή η λύση δεν ήταν προαποφασισμένη, αλλά η πορεία των αντιθέσεων οδήγησε τους εκφραστές του φασισμού, ανώτερους και κατώτερους, επιτελικούς και εκτελεστές, στη λύση των κρεματορίων. Από εδώ μέχρι την εντροπία η απόσταση ήταν πολύ μικρή.