Ο Δημήτρης Σαραντάκος ανήκει στην κατηγορία των συγγραφέων που είθισται ν' αποκαλούνται «αυτοδίδακτοι». Πρόκειται για έναν όρο που ήταν ανέκαθεν αστείος, αλλά τώρα έχει γίνει και οξύμωρος, γιατί στις μέρες μας οι «αυτοδίδακτοι» συγγραφείς είναι οι μόνοι που διδάσκονται από άλλους πώς να γράφουν, στα σεμινάρια «δημιουργικής γραφής». Εν πάση περιπτώσει, ο Δημήτρης Σαραντάκος αποτελεί μια εντελώς ιδιαίτερη μορφή συγγραφέα, από τους λίγους εκείνους που σε κερδίζουν όχι με τη λόγια εκλέπτυνση της γραφής τους ούτε, από την άλλη, με τον «απελέκητο» λαϊκό λόγο τους ή τα συγκλονιστικά προσωπικά βιώματα που καταθέτουν αλλά με την πληθωρική και ωστόσο σεμνή, καλλιεργημένη και ωστόσο ανεπιτήδευτη προσωπικότητά τους, που την απλώνουν στο χαρτί με κάθε αθωότητα, χωρίς καμιά πρόθεση εντυπωσιασμού.
Μέσα από τα βιβλία του των τελευταίων δεκαοκτώ χρόνων προβάλλει ένας άνθρωπος που μπορούμε ανενδοίαστα να τον χαρακτηρίσουμε επικούρειο: εύχαρις, πλήρως δεκτικός στις μικρές απολαύσεις της ζωής, αλλά και στοχαστικός. Συγχρόνως ένας άνθρωπος πολιτικός, παρατηρητικός, φιλομαθής, ανοιχτόμυαλος, ανεξίκακα είρων, συχνά με λυρική ή ελεγειακή διάθεση και πάντα με άγρυπνη συνείδηση. Το σατιρικό (και όχι μόνο) περιοδικό «Το φιστίκι», που εξέδιδε ώς πρόσφατα στην Αίγινα, ήταν πολύ αντιπροσωπευτικό της ιδιοσυγκρασίας του.
Το παράξενο είναι ότι το βιογραφικό αυτού του ανθρώπου δεν θα σε προδιέθετε για έναν τέτοιο χαρακτήρα. Χημικός μηχανικός με θητεία στη βιομηχανία, στην τεχνική εκπαίδευση, στον ΕΟΤ και τέλος στην Αγροτική Τράπεζα, από την άλλη ενταγμένος στην Αριστερά σε ταραχώδεις φάσεις της διαδρομής της, θα περίμενε κανείς να είναι ένας από εκείνους τους συνταξιούχους του Δημοσίου που, όταν πιάνουν τη γραφίδα, παίρνουν πόζα γυμνασιάρχη ή από εκείνους τους στυφούς, εμμονικούς παλιούς αριστερούς, που αποπνέουν ισχυρογνωμοσύνη, γραφειοκρατική αγκύλωση και μνησικακία. Θα φανταζόταν κανείς, δηλαδή, το εντελώς αντίθετο του πραγματικού Δημήτρη Σαραντάκου.
Τον πρωτογνώρισα και τον πρόσεξα με το ημιαυτοβιογραφικό ή ψευδοαυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «Ο άγνωστος ποιητής Αχθος Αρούρης» (1995), ένα απολαυστικό βιβλίο, όπου μέσα από ένα πλήθος σπαρταριστών επεισοδίων (ο Σαραντάκος ειδικευόταν σ' αυτό) δίνεται μια ζωηρή εικόνα της ελληνικής πραγματικότητας στα μέσα του εικοστού αιώνα και αργότερα, όπως την έζησε ένας πολύπλαγκτος, αλλά από τη φύση του σθεναρός όσο και αλέγρος άνθρωπος, ευτυχής συνάντηση της Μάνης και της Μυτιλήνης, των δύο τόπων απ' όπου κατάγονταν οι γονείς του.
Χρόνια αργότερα διάβασα το μικρό μυθιστόρημά του «Τα έπη των Αριμασπών» (2004), ευφάνταστη, αλλά κι εγκυκλοπαιδικά πλούσια ανάπτυξη του θρύλου για τον ποιητή και θαυματοποιό του 6ου π.Χ. αιώνα Αριστέα τον Προκοννήσιο, για τον οποίο παραδίδεται ότι ταξίδεψε ώς τη χώρα του λαού των Αριμασπών, τη σημερινή Μογγολία. Το βιβλίο αυτό προαναγγέλλει τη ζωηρή ενασχόληση του Σαραντάκου, στα επόμενα γραφτά του, με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, τον οποίο είναι φανερό ότι μελέτησε σε έκταση και με πνεύμα που ερχόταν σε κυριολεκτικά πολεμική αντίθεση με την αρχαιόπληκτη εξαΰλωσή του και την εθνικιστική εκμετάλλευσή του. Δύο χαρακτηριστικά βιβλία του αυτής της περιόδου είναι το «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» (2008), που προβάλλει την ιλαρότητα και φιλοπαιγμοσύνη της αρχαιοελληνικής στάσης ζωής, και το «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Ελληνες;» (2010), που αντιπαραθέτει την αρχαιοελληνική σκέψη στον φανατισμό, τον δογματισμό και τη μισαλλοδοξία. Και τα δύο βιβλία είναι γραμμένα με τρόπο εύληπτο, χαριτωμένο και μ' αίσθηση του κοινού νου, όταν αυτός συνοδεύεται από καλλιέργεια.
Ο «Βενετσιάνικος καθρέφτης» είναι ένα βιβλίο που κινείται ομολογημένα ανάμεσα στη μαρτυρία και τη μυθοπλασία. Αποτελείται από τρεις ιστορίες, που έχουν κοινό θέμα τον Εμφύλιο και ο συγγραφέας λέει ότι τις άκουσε (τις δύο από αυτές τις έζησε επίσης, κατά κάποιον τρόπο) το 1975, 1985 και 1995, αντίστοιχα. Η πρώτη περιγράφει την περιπλάνηση δύο ανταρτών σ' ένα απέραντο σύστημα σπηλαίων της Λακωνίας, όπου καταφεύγουν διωκόμενοι μετά την κατάρρευση του Δημοκρατικού Στρατού. Η δεύτερη περιστρέφεται γύρω από ένα παλιό, έρημο αρχοντικό σ' ένα ορεινό χωριό της Αρκαδίας όπου βρίσκονται αποκλεισμένοι μια νύχτα τρεις μηχανικοί της Αγροτικής Τράπεζας, ανάμεσά τους ο συγγραφέας. Η τρίτη ιστορία αφορά την ανακάλυψη, σ' ένα άλλο χωριό της Αρκαδίας, ενός αρχείου του Δημοκρατικού Στρατού, η ανάγνωση του οποίου επιφυλάσσει σε μια παλιά αγωνίστρια της Αριστεράς μια τραγική έκπληξη, σχετική με την προσωπική ζωή της.
Η πρώτη νουβέλα φέρνει αμέσως στον νου την «Κάθοδο των εννιά» του Βαλτινού. Αλλά ο τόνος είναι διαφορετικός. Η φαντασία του Σαραντάκου δίνει στο εφιαλτικό υπόγειο οδοιπορικό των δύο ανταρτών διαστάσεις μιας συναρπαστικής, σχεδόν ονειρικά γοητευτικής περιπέτειας, που θυμίζει κάπως Ιούλιο Βερν. Η δεύτερη νουβέλα παίρνει μια υπερβατική τροπή, που συγκρούεται με τον ορθολογισμό του συγγραφέα και προκύπτει έτσι μια αφήγηση που ο χαρακτήρας της  συγγενεύει με αυτόν των κλασικών αγγλοσαξονικών ιστοριών με φαντάσματα. Η τρίτη νουβέλα έχει στοιχεία θρίλερ, το οποίο καταλήγει όμως στην αποκάλυψη μιας αλήθειας αβάσταχτης για το κεντρικό πρόσωπο.
Αξίζει να επισημανθεί ότι και οι τρεις νουβέλες, σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα ελληνικά αφηγήματα που έχουν παρόμοιο θέμα, προσεγγίζουν τον Εμφύλιο από την υπαρξιακή σκοπιά μιας μεταγενέστερης εποχής, παρακολουθώντας τον τεταμένο διάλογο ανάμεσα σ' ένα παρελθόν που έχει αποκτήσει το στιλιζάρισμα ενός μύθου κι ένα παρόν που διεκδικεί την επαναδιαπραγμάτευσή του, χωρίς όμως να μπορεί να ξεφύγει από τη σκιά του.
Ο Δημήτρης Σαραντάκος, ένας συγγραφέας που είχε βαθύτατη ιστορική συνείδηση, αλλ' αγκάλιαζε τη ζωή χωρίς να αισθάνεται πως πρέπει να λογοδοτεί διαρκώς στο ιστορικό παρελθόν, έφυγε ξαφνικά από τ' αγαπημένα του εγκόσμια τον Δεκέμβριο του 2011, σε ηλικία 82 ετών.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από