Τι μεγάλο γεγονός ο πόνος των ανθρώπων. Το μέγιστον! Και μόνον το «αποδεικτικό» του πόνου κάνει έναν άνθρωπο σπουδαίο, χωρίς να χρειάζεται να γνωρίσουμε οτιδήποτε άλλο για τον ίδιο. Είναι το «δίδαγμα» της σημερινής συνέντευξης. Η επιστήμη που ανακουφίζει – όταν ανακουφίζει – τον πόνο οφείλει να λογοδοτεί, να αποδεικνύει, να συμπεραίνει. Ο πόνος όμως φτάνει να εκτίθεται γυμνός και αφτιασίδωτος για να σε μεταβάλει συχνά σε ποιητή, σε συγγραφέα, σε μεγάλο καλλιτέχνη. Χωρίς να έχεις κάνει καμιάν άλλη σπουδή, χωρίς να διαθέτεις καμιάν άλλη περγαμηνή. Μόνο γιατί έχεις πονέσει, αρκεί για να έχεις καταλάβει τα πάντα. Και όταν μιλάμε για πόνο εννοούμε τον σωματικό πόνο, όχι τον ηθικό. Ο δεύτερος παλεύεται, ξεπερνιέται τελείως. Ο στοχαστής και πολιτικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος είχε γράψει ότι «ο πόνος εξαγιάζει και τον πιο ανίερο». Και ο ορθοπεδικός Βασίλης Πετρόπουλος στο άκουσμα ενός παιδιού που σπάραζε γιατί πονούσε, είπε περίσκεπτα και συντετριμμένα: «Υπάρχουν πόνοι που δεν λέγονται και δεν γράφονται». Να ‘ναι άραγε αυτή η αμετάδοτη συνείδηση του πόνου που κάνει τα γηρατειά, όταν δεν πονάνε, όσο κι αν δοκιμάζονται να θεωρούνται σχεδόν ευτυχισμένα;
ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΙΑΡΧΟΣ: Γιατί σε σχέση με τους απειράριθμους ασθενείς σας, κ. καθηγητά, επιλέξατε την κ. Χατζηιωακείμ προκειμένου να συζητήσετε;
ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΣΑΚΑΣ: Ο λόγος είναι ότι πάσχει, έπασχε μάλλον, από ένα πρόβλημα που το ονομάζουμε χρόνιο αφόρητο φαρμακοανθεκτικό πόνο. Το πρόβλημα του χρόνιου πόνου με απασχολεί ιδιαίτερα, γιατί κάνει τη ζωή πάρα πολύ οδυνηρή. Εχει επίσης να κάνει με αυτό που ονομάζουμε «λειτουργική νευροχειρουργική», όχι δηλαδή χειρουργική με την οποία αφαιρούμε παθολογικές δομές (όγκους και αιματώματα) αλλά χειρουργική με την οποία επεμβαίνουμε σε δικτυώσεις του εγκεφάλου που δυσλειτουργούν, με σκοπό να τις επαναφέρουμε σε καλύτερη λειτουργικότητα. Αυτού του είδους η χειρουργική είναι, θα έλεγα, ένα παράθυρο στην κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Οι διαταραχές της κίνησης και του πόνου έχουν να κάνουν, ακόμη και στη γλώσσα, ετυμολογικά, με κάτι πολύ ευρύτερο. Επειτα από πολλά χρόνια ερευνών, διαπιστώσαμε ότι τα δίκτυα της κίνησης του εγκεφάλου έχουν περιοχές που τις επικαλύπτουν τα δίκτυα του συναισθήματος. Ετσι παρατηρήσαμε ότι στα ελληνικά η λέξη «κίνηση» είναι συνυφασμένη με τη λέξη «συγκίνηση». Στις λατινογενείς δε γλώσσες η λέξη «motion» που σημαίνει κίνηση είναι συνυφασμένη με τη λέξη «emotion» που σημαίνει συγκίνηση. Συμπερασματικά, λοιπόν, όταν ο πόνος γίνεται καθημερινός και αφόρητος είναι δυνατόν να μας απανθρωπίσει. Και θεωρώ ως επιστήμονας του χώρου μια στάση αντίστασης, στον βαθμό που μπορώ, να μην επιτρέπω σε μιαν απειλή της φύσης ή της βιολογίας να μας απανθρωπίσει.
Θ.Ν.: Κυρία Χατζηιωακείμ, πώς άρχισε ο δικός σας πόνος;
ΒΙΚΕΝΤΙΑ ΧΑΤΖΗΙΩΑΚΕΙΜ: Πριν από έντεκα χρόνια, όταν στην αριστερή πλευρά του προσώπου μου, ακριβώς ανάμεσα στο μάτι και το στόμα, ένιωσα κάτι να κουνιέται. Με έναν ελαφρό πόνο στην αρχή, κάτι σα να σε χτυπάει ηλεκτρικό ρεύμα αλλά με χαμηλή τάση. Πολύ γρήγορα όμως εξελίχθηκε σε οξύ πόνο. Τα πράγματα χειροτέρευαν συνεχώς, οι κρίσεις γίνονταν όλο και πιο συχνές. Δεν μπορούσα πια ούτε να φάω, ούτε να μιλήσω, ούτε να γελάσω, ούτε να πλύνω τα δόντια μου, ούτε καν να με ακουμπήσει ένας άνθρωπος. Ενας στοματολόγος οδοντίατρος μου είπε ότι ενδέχεται οι πόνοι να οφείλονται σε φλεγμονές και έτσι άρχισαν οι λεγόμενες ακροριζεκτομές. Από νοσοκομείο σε νοσοκομείο και από γιατρό σε γιατρό και, τέλος, σε νευρολόγους και νευροψυχιάτρους, μου έδιναν αντιβιοτικά και κορτιζόνη. Οπως δεν υπήρχε κανένα αποτέλεσμα, άρχισαν να μου λένε ότι μπορεί να είναι ψυχολογικό το πρόβλημα και να το δημιουργώ η ίδια με το άγχος μου. Αυτή η ιστορία με τις τρομερές κρίσεις κράτησε σχεδόν δέκα χρόνια και είχα επισκεφθεί γύρω στους τριάντα νευρολόγους και νευροψυχιάτρους. Μαζί με τα αντιβιοτικά και την κορτιζόνη, μου έδιναν πλέον και αντιεπιληπτικά και αντικαταθλιπτικά χάπια. Ενας μάλιστα ψυχίατρος μου είπε – δεν θα το ξεχάσω ποτέ – ότι για να σταματήσουν οι κρίσεις θα πρέπει να παίρνω κάθε πρωί όπιο σε σταγόνες. Εφτασα να παίρνω είκοσι έξι σκευάσματα την ημέρα. Ο πόνος μου όμως συνεχιζόταν, ένας πόνος χωρίς όρια, όποιο όριο και να του έβαζες το ξεπερνούσε. Μου φαινόταν σαν ένα θηρίο που, όσα χάπια και αν του έδινα, δεν χόρταινε. Αν με βοήθησε κάτι όλη αυτή την περίοδο είναι ότι επαναλάμβανα διαρκώς στον εαυτό μου πως δεν είμαι τρελή, πως ο πόνος μου είναι υπαρκτός.
Θ.Ν.: Και πώς επανήλθατε, θέλω να πω γίνατε καλά;
Β.Χ.: Κάποια στιγμή ο σύζυγός μου είδε να περνάει μπροστά του στην οδό Πανόρμου ένας φοιτητής της Ιατρικής που τον είχε χειρουργήσει ο κ. Σακάς. Τον είχε δείξει η τηλεόραση, όταν πια είχε φτάσει το κεφάλι του στα πόδια.
Δ.Σ.: Επασχε από καμπτοκορμία, είχε πέσει το σώμα του. Μιλάμε για έναν άνθρωπο είκοσι δύο χρονών. Μέσα σε λίγες ημέρες το σώμα του είχε διπλώσει στα τέσσερα και ήταν αδύνατον να περπατήσει. Ηταν από τις πρώτες περιπτώσεις διεθνώς που η αντιμετώπισή τους έγινε με διαφορετικό τρόπο, και επανήλθε το σώμα του στην όρθια στάση. Τα λέω αυτά για να διευκολύνω τη συζήτηση.
Θ.Ν.: Πώς γίνεται, κ. καθηγητά, να υπάρχει μια τόσο μεγάλη απόκλιση και να ταλαιπωρείται ένας άνθρωπος για χρόνια από μια πλειάδα επιστημόνων, ενώ κάποιος άλλος επιστήμονας να είναι σαν να κρατάει το μαγικό ραβδί;
Δ.Σ.: Δεν μπορούμε να πούμε ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει στο ευρύ φάσμα της Ιατρικής. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα πρόβλημα του προστάτη. Μπορεί να βρει κανείς μια ισότιμα καλή αντιμετώπιση, χάρη σε μια πλειάδα γιατρών. Το ίδιο μπορεί να ισχύσει στη νευροχειρουργική, στην καρδιολογία, σε κάθε ειδικότητα. Ομως σε κάθε ειδικότητα, και ιδιαίτερα στη νευροχειρουργική, υπάρχουν τομείς που δεν έχουν έλξει το ενδιαφέρον των νευροχειρουργών και της ευρύτερης ιατρικής κοινότητας. Η γνώση υπάρχει αλλά αμελούμε κάπως να τη δούμε, με αποτέλεσμα να είμαστε σαν τυφλοί απέναντί της, ενώ πρόκειται για μια γνώση ήδη αρκετά ξεκάθαρη. Προσωπικά πίστευα πάντα και εξακολουθώ να πιστεύω πάρα πολύ στις δυνατότητες της ψηφιακής ανάλυσης σε σχέση με την εικόνα του εγκεφάλου. Αν μου επιτρέπεται να το πω, αυτή υπήρξε πάντα η δική μου προσέγγιση. Επιδιώκουμε να έχουμε μαγνητικές τομογραφίες πολύ υψηλής ανάλυσης. Είναι εφικτό πολλές φορές να ωθήσουμε την τεχνολογία στα όριά της, όποιο και να είναι το επίπεδο που κατέχουμε. Αν σήμερα κάναμε μια μαγνητική τομογραφία στην κ. Χατζηιωακείμ, θα ήταν σαν να είμαστε μέσα στον εγκέφαλό της. Οταν λοιπόν ο έλεγχος είναι ανεπαρκής, οι πάσχοντες υφίστανται επεμβάσεις που δεν χρειάζονται, τους αφαιρούνται τα δόντια ή τους προτείνεται η σπονδυλοδεσία σε περιπτώσεις καμπτοκορμίας, για να ισιώσει δηλαδή η σπονδυλική στήλη με ράβδους, ενώ το πρόβλημα είναι η λάθος εντολή που δίνει ο εγκέφαλος. Αυτή είναι όμως η ομορφιά και η μαγεία της επιστήμης, κάτι που είναι στο σκοτάδι να το φέρουμε στο φως.
Β.Χ.: Οπως ακριβώς έγινε με μένα, με το να μου βγάζουν τα δόντια ή με το να μου ανοίγουν τα ούλα για να μου τα καθαρίσουν, επειδή δήθεν υπήρχαν φλεγμονές που προκαλούσαν τη νευραλγία του τριδύμου. Ωσπου μου είπαν ότι θα επέμβουν με μία άλλη μέθοδο στο τρίδυμο, με το κάψιμο που γίνεται εσωτερικά. Ευτυχώς δεν παρουσιάστηκα να κάνω αυτή την επέμβαση, γιατί ο κύριος που πήρε τη θέση μου δεν είχε μόνο τους αφόρητους πόνους του εγκαύματος αλλά έχασε και το μάτι του. Ο γιατρός μάλιστα που του έκανε την επέμβαση αυτή είχε έλθει απέξω, από τη Γερμανία, και συνεργαζόταν με δημόσιο νοσοκομείο.
Τώρα σε ό,τι αφορά εμένα, ένα αγαπημένο φιλικό μου ζευγάρι που μου συμπαραστάθηκε και δεν πίστεψε ποτέ ότι είμαι τρελή με συνόδευσε στον κ. Σακά. Οταν ρώτησε για το ποσοστό επιτυχίας (επειδή εμένα μου ήταν δύσκολο να μιλάω) και άκουσα το τρομερό ποσοστό του 98%, αποφάσισα, όπως θα έκανε ο καθένας άλλωστε, την επέμβαση. Ξέρω ότι ακούγεται λίγο ψυχρή ως ερώτηση, αλλά όταν στο παρελθόν είχα ζητήσει να μάθω το ποσοστό επιτυχίας, μου είχαν πει 30% ώς 40%. Η απάντηση που συνήθως έδιναν ήταν ότι θα μου ανοίξουν το κεφάλι και ό,τι τελικά βρουν. Ακόμα και σήμερα όταν τρώγω ή όταν πλένω άγρια τα δόντια μου για να νιώσω πως, ναι, πλένω άγρια τα δόντια μου, δεν το πιστεύω πως είμαι καλά.
Θ.Ν.: Κύριε καθηγητά, η ιατρική επιστήμη και ο δικός σας ιδιαίτερα τομέας προϋποθέτουν μια επιθετικότητα απέναντι στο φαινόμενο της ζωής. Πώς συνδυάζεται η επιθετικότητα αυτή με την πραότητα που εκπέμπετε ως άνθρωπος;
Δ.Σ.: Δεν θα μπορούσα να γίνω νευροχειρουργός αν δεν ήμουν επιθετικός ως άτομο. Το να αναλαμβάνεις την ευθύνη για τη ζωή ενός ανθρώπου προϋποθέτει μια συναισθηματική υπέρβαση. Μια περιφρόνηση δηλαδή για τον κίνδυνο που ενδέχεται να περιέχει η απόφασή σου για τον άλλο άνθρωπο. Αλλά αυτή την επιθετικότητα που αναμφισβήτητα υπάρχει, χρειάζεται να την ασκείς με επίγνωση, επιλεκτικά, όχι διάχυτα. Τώρα σε σχέση με την πραότητα είναι νομίζω συνδυασμός δύο πραγμάτων. Εχω βιώσει βαθύτατα χάρη στην Ιατρική το πόσο ευάλωτοι είμαστε. Οταν σου φέρνουν έναν νεαρό που ήταν στο γυμναστήριο και σήκωνε βάρη, και ξαφνικά υπέστη ρήξη ανευρύσματος και είναι σε κώμα, και ξέρεις ότι θα πεθάνει σε είκοσι τέσσερις ώρες, δεν μπορείς να σκεφτείς ωραία περίπτωση, να τη χειρουργήσουμε. Προσωπικά τουλάχιστον δεν μπορώ να το σκεφτώ γιατί συλλογίζομαι αμέσως ότι θα μπορούσα να είμαι εγώ στη θέση του. Ο δεύτερος λόγος της πραότητας έχει να κάνει με τη μεγάλη αγάπη που εισέπραξα από τους γονείς μου. Δεν θα είχα το δικαίωμα να είμαι ένας άλλος, γιατί θα ένιωθα να είμαι αχάριστος απέναντί τους. Οταν ένας γονιός σού φέρνει στα χέρια του ένα παιδί ανάπηρο ή τον ακούς να αναρωτιέται τι θα γίνει το ανάπηρο παιδί του όταν πεθάνει ο ίδιος, η πραότητα είναι ένας τρόπος να αντέξεις για να χειριστείς την υπόθεση αυτή όσο καλύτερα γίνεται τεχνικά. Από ένα σημείο και πέρα δεν έχει σημασία πόσο καλός είναι ως άνθρωπος ο γιατρός. Σημασία έχει να είναι τόσο καλός τεχνικά, ώστε η τεχνική να μην απασχολεί πια. Τολμώ μάλιστα να πω, χωρίς την αίσθηση ότι λέω υπερβολές, ότι σε σημαντικούς τομείς της δουλειάς μας – όχι στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε γραμματειακά τους ασθενείς (εκεί έχουμε προβλήματα) – από τη στιγμή που μπαίνουμε στο χειρουργείο η τεχνική μας, σε πολλές περιπτώσεις, είναι πολύ υψηλού επιπέδου. Αν βιντεοσκοπούσε κανείς την αίθουσα από ψηλά, θα νόμιζε ότι υπάρχει ένα ελβετικό ρολόι που δουλεύει και όχι ένας άνθρωπος ή μια ομάδα ανθρώπων.
Θ.Ν.: Κύριε καθηγητά, πιστεύετε στον Θεό;
Δ.Σ.: Θα μπορούσα να πω ότι σέβομαι την ανάγκη που έχει ο άνθρωπος να πιστεύει στον Θεό. Η ανθρωπότητα έχει ζήσει και ζει τρομακτικές ώρες. Οταν κάποιος βρεθεί ναυαγός ή κινδυνεύει να του πάρει η θάλασσα το παιδί του, νιώθει την ανάγκη να πιαστεί από κάπου και να ελπίσει – η ανθρωπότητα έχει βιώσει τέτοια συναισθήματα που έχουν καταγραφτεί στο συλλογικό υποσυνείδητο. Δεν θα έλεγα ότι πιστεύω στον Θεό ή ότι δεν πιστεύω στον Θεό, δεν μπορώ να το θέσω με τον τρόπο αυτό. Δεν ξέρω τι επιφυλάσσει η ζωή και κάτω από ποιες τραγικές συνθήκες μπορεί να αποκαλυφθεί η φύση του Θεού. Ενδέχεται κάτω από συνθήκες που μας κάνουν να νιώθουμε ισχυροί και ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι ένα είδος θεού να αυταπατώμεθα. Δεν θα μπορούσα να δώσω μια ευθεία απάντηση στο ερώτημα αυτό.
Θ.Ν.: Σε σχέση με όλα αυτά που έχετε περάσει, τι είναι αυτό που σας συγκινεί στην καθημερινότητά σας, κ. Χατζηιωακείμ;
Β.Χ.: Ενώ με περίμεναν ο άνδρας μου και η αδελφή μου, όταν βγήκα από το νοσοκομείο, να φύγουμε με το αυτοκίνητο, περπάτησα όπως ήμουν, με τις πιτζάμες και τις σαγιονάρες, για να πάω στο Μετρό. Μένω κοντά στους Αμπελοκήπους και ήθελα να έχω επαφή με τους ανθρώπους με καθαρό το μυαλό. Δεν το περίμενε κανείς ένας άνθρωπος που είχε χειρουργηθεί πριν από μία εβδομάδα στο κεφάλι να περπατάει κανονικά. Ενιωθα τεράστια συγκίνηση να βλέπω εικόνες και ανθρώπους χωρίς να πονάω. Τώρα πια νιώθω ευτυχισμένη με το παραμικρό. Είτε καλές είτε κακές είναι οι στιγμές, με συγκινεί το ότι ζω και δεν πονάω.
Θ.Ν.: Εσάς τι σας συγκινεί, κ. Σακά;
Δ.Σ.: Το να μαθαίνω πράγματα για διαφορετικούς χώρους, για παράδειγμα να καταλάβω καλύτερα την τέχνη του εξπρεσιονισμού. Ή να καταλάβω πράγματα για την κοινωνική μας οργάνωση, πώς φτάσαμε να είμαστε μια τόσο διεφθαρμένη χώρα. Υπάρχει παντού διαφθορά, στην Ελλάδα όμως η διαφθορά έχει γίνει ιδεολογία. Εχει περάσει τόσο πολύ μέσα στη σκέψη μας που τη θεωρούμε ως κάτι το φυσικό. Πώς θα γινόταν να ελέγξουμε αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα, ο καθένας να βλέπει μόνο τον ατομικό του χώρο, το σπίτι του, το μαγαζί του και να μην τον ενδιαφέρει το πεζοδρόμιο που είναι απέξω. Κάθε συνάντησή μας εμπεριέχει μια δυνατότητα να επηρεάσει ο ένας τον άλλον προς το καλύτερο. Δεν πρέπει να χάνεται αυτή η δυνατότητα. Είναι εύκολο να κάνουμε επιλογές που μας μικραίνουν ως άτομα. Ενα αγαπημένο μου ανάγνωσμα είναι η «Οδύσσεια» που ως θέμα τη γνωρίζουμε όλοι και μας συγκινεί για λόγους προφανείς. Εμπεριέχει όμως ένα στοιχείο που δεν έχει προβληθεί όσο του αξίζει. Είναι η πρώτη καταγεγραμμένη προσπάθεια του ενσυνείδητου ανθρώπου να μη χαλαρώσει και να μην παραδοθεί στην εύκολη λύση. Την ευχάριστη συνάμα λύση που είναι να μείνει στο νησί της Κίρκης ή των Λωτοφάγων. Αντίθετα να ξεπεράσει τη λύση που του υπαγορεύουν οι παρορμήσεις του και να ξαναμπεί στον αγώνα, να επιβεβαιώσει αυτό που τελικά είναι: άνθρωπος. Την εγρήγορση και την αντίσταση όμως απέναντι σε ό,τι είναι φτηνό και διεφθαρμένο δεν μπορείς να την πετύχεις μόνο μέσα από την Ιατρική. Χρειάζεται να είσαι ανοιχτός στην τέχνη και στην καθημερινή επαφή. Ενας υδραυλικός ή ένας κηπουρός μπορεί να σου πει δυο κουβέντες πολύ πιο ουσιαστικές και αξιοπρεπείς – να το γράψετε όπως σας το λέω…
Θ.Ν.: Μα όλα γράφονται όπως ακριβώς λέγονται.
Δ.Σ.: Σε σχέση με ό,τι θα σου πει ένας πρύτανης πανεπιστημίου, ο οποίος μπορεί να είναι όχι μόνο πολύ διεφθαρμένος αλλά να έχει κάνει και σημαία τη διαφθορά. Αυτοί οι άνθρωποι μας οδήγησαν εδώ που είμαστε σήμερα.