Δεν πρόκειται για μια απλή χειρονομία αβροφροσύνης αλλά για μια πράξη θεσμικής αναγνώρισης από την ακαδημαϊκή κοινότητα, που για χρόνια η σχέση της με την παραδοσιακή μουσική δεν ήταν αυτονόητη. Αυτή η ιστορική ασυνέχεια αποκαθίσταται σήμερα στις 19.00, στη Μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών (κεντρικό κτίριο, Πανεπιστημίου 30).
Ο Τομέας Εθνομουσικολογίας – Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών θα τιμήσει σε ειδική εκδήλωση τους διακεκριμένους δεξιοτέχνες της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής για την προσφορά τους στη δημοτική παράδοση. Ενας δίκαιος φόρος τιμής, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Εθνομουσικολογίας του τμήματος Λάμπρος Λιάβας, ο οποίος έχει αναλάβει την παρουσίαση.
Στην εκδήλωση, την προσφώνηση της οποίας θα κάνει το μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης του ΕΚΠΑ, καθηγητής Αχιλλέας Χαλδαιάκης, θα τιμηθούν οι: Βαγγέλης Βαρδάκης (λαϊκό βιολί), Κυριάκος Γκουβέντας (λαϊκό βιολί), Μιχάλης Καλιοντζίδης (ποντιακή λύρα), Γιάννης Κλαδάκης (λύρα δωδεκανησιακή), Δημήτρης Κοφτερός (σαντούρι), Νίκος Οικονομίδης (λαϊκό βιολί), Κώστας Τζίμας (ηπειρώτικο τραγούδι), Φραγκίσκος Τζιωτάκης (τσαμπούνα, λαϊκό βιολί), Χρίστος Τσιαμούλης (ούτι, μουσική θεωρία) και το Μουσικό Σύνολο Χαονία (ηπειρώτικο πολυφωνικό τραγούδι). Θα τιμηθεί και η ελληνικής καταγωγής Αντζελα Αταμπεκιάν, δεξιοτέχνης στο κανονάκι από την Αρμενία.
Μουσικοί που ο καθένας εκπροσωπεί στον τομέα του μια ολόκληρη ιστορία και που, όπως τονίζει ο Λ. Λιάβας, «αποτελούν σήμερα σημείο αναφοράς ως προς το παραδοσιακό ύφος και ήθος στο ρεπερτόριο, στο τραγούδι και στα μουσικά όργανα των περιοχών και των ιδιωμάτων που εκπροσωπούν. Η ακαδημαϊκή έρευνα και διδασκαλία οφείλουν να σέβονται, να μελετούν και να αναδεικνύουν την πολύτιμη παρακαταθήκη που μας κληροδοτούν οι παλαιότεροι, οι πρωτογενείς φορείς και λειτουργοί της μουσικής μας παράδοσης, επώνυμοι καλλιτέχνες αλλά και απλοί καθημερινοί άνθρωποι που επέλεξαν να φυλάττουν Θερμοπύλες, τη συλλογική μνήμη και ταυτότητα».
Αναφερόμενος στο σκεπτικό με το οποίο συντάχθηκε η λίστα τιμώμενων δεξιοτεχνών, ο Λ. Λιάβας αναφέρει πως «πρόκειται για σημαντικούς καταξιωμένους μουσικούς που αποτελούν σημεία αναφοράς ως προς τις περιοχές και τα ιδιώματα που εκπροσωπούν, σε σχέση με το παραδοσιακό ύφος και ήθος της τέχνης τους καθώς και τις επιλογές και την όλη στάση ζωής τους. Πέρα από την πολύχρονη πορεία και αναγνώρισή τους, όχι μόνο σε τοπικό αλλά και σε πανελλήνιο επίπεδο, βασικό κριτήριο στάθηκε η συνειδητή συμβολή τους στην έρευνα – καταγραφή και στην προβολή – διδασκαλία της μουσικής μας παράδοσης. Αν κι εκπροσωπούν τρεις διαφορετικές γενιές, ο καθένας στον τομέα του έχει καταθέσει ένα εξαιρετικό έργο ζωής, που έχει κερδίσει τον σεβασμό των ομοτέχνων και των μαθητών, τη βαθιά εκτίμηση του κοινού, την αγάπη των φίλων. Εχουμε λοιπόν κι εμείς το χρέος, ως ακαδημαϊκή μουσική κοινότητα, να τους απευθύνουμε ένα μεγάλο δημόσιο “ευχαριστώ” και να αποτίσουμε τον οφειλόμενο, τον δίκαιο φόρο τιμής».
Η «συνομιλία» της παραδοσιακής μουσικής με τον ακαδημαϊκό κόσμο, εξηγεί ο ίδιος, έχει ξεκινήσει πριν από μία δεκαετία. Τότε άρχισε να λειτουργεί στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Εθνομουσικολογία και Μουσική Πράξη», ενώ από πέρυσι ξεκίνησε και στο προπτυχιακό ξεχωριστή ειδικότητα για το τραγούδι και τα λαϊκά μουσικά όργανα.
«Οι πολυάριθμοι φοιτητές μας ανταποκρίνονται με μεγάλο ενθουσιασμό και ξεχωριστό αίσθημα ευθύνης και σοβαρότητα. Το ιδανικό για εμάς είναι η κατάρτιση μιας νέας γενιάς από μουσικούς – μουσικολόγους που θα έχουν υψηλό επίπεδο δεξιοτεχνίας αλλά ταυτόχρονα θα διαθέτουν και στέρεη θεωρητική γνώση για την ιστορία και την εξέλιξη, τη δομή και τη λειτουργία, το ύφος και το ήθος της μουσικής μας παράδοσης. Οχι μόνον ως πρωτογενές υλικό αλλά και ως “ζώσα πολιτιστική κληρονομιά” στη διαπολιτισμική της διάσταση στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον. Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι απαραίτητος ο συγκερασμός της βιωματικής προφορικής παράδοσης με τη συστηματική ακαδημαϊκή διδασκαλία.
Γι’ αυτό και είναι πολύτιμες – αναγκαίες η γνωριμία και η “συνομιλία” με τους σημαντικούς λαϊκούς τραγουδιστές και οργανοπαίκτες – φορείς του ρεπερτορίου από τις παλαιότερες γενιές. Με στόχο την “αποκωδικοποίηση” της τέχνης τους όχι μόνο σε σχέση με τις τοπικές διαλέκτους και τα ιδιώματα που εκπροσωπούν, αλλά – κυρίως – ως προς την προσωπικότητα και την εμπειρία της ζωής τους. Γιατί, ας μην το ξεχνάμε, “τούτο τον κόσμο που ‘μαστε άλλοι τον είχαν πρώτα, τώρα τον έχουμε εμείς κι άλλοι τον καρτεράνε!..”. Είναι σημαντικό οι φοιτητές μας να αισθανθούν ως κρίκοι μιας μακραίωνης αλυσίδας, που καλούνται να παραλάβουν τη σκυτάλη και να καταθέσουν τη δική τους αλήθεια και δημιουργική έμπνευση. Συνεισφέροντας ώστε να κρατήσουν οι χοροί, να συνεχιστεί και να εξελιχτεί η μουσική μας παράδοση ως ζωντανός οργανισμός και όχι ως μουσειακό έκθεμα, φολκλορική αναπαράσταση και καταναλωτικό προϊόν».
Ο Χρίστος Τσιαμούλης
Ο ουτίστας Χρίστος Τσιαμούλης, στον οποίο απευθυνθήκαμε, σημειώνει για την εκδήλωση: «Ευχαριστώ την ακαδημαϊκή κοινότητα που αναγνωρίζει την παραδοσιακή μουσική ως ισότιμο πεδίο έρευνας και διδασκαλίας. Πιστεύω ότι αυτό θα έπρεπε να έχει γίνει από χρόνια, γιατί η παραδοσιακή μουσική έχει τόση ποικιλία και βάθος χρόνου, τεχνικής και πληροφοριών που έστω και αν έχεις αφιερώσει όλη σου τη ζωή για ν’ ακούσεις και να ερευνήσεις, στην πραγματικότητα έχεις γευτεί μόνο ένα μικρό μέρος μιας πολύ μεγάλης ιστορίας και πολιτισμού. Από εδώ και πέρα εύχομαι κάποιοι άνθρωποι που θ’ αφιερώσουν και αυτοί τη ζωή τους, όπως κάναμε εμείς που αγαπούσαμε αυτή τη μουσική παράδοση, να βρουν πάρα πολλά στοιχεία και να συμπληρωθεί ο ελληνικός μουσικός πολιτισμός. Σε ό,τι αφορά τις καινούργιες γενιές μουσικών, πρέπει να πούμε ότι άρχισαν να δημιουργούνται από τη στιγμή που άρχισαν να λειτουργούν τα μουσικά σχολεία. Βγήκαν άνθρωποι που έδειξαν πολλή αγάπη και ενδιαφέρον για την παράδοση. Κάποιοι το συνέχισαν, κάποιοι όχι. Δεν έχει όμως και τόση σημασία αφού η αγάπη φυτεύθηκε. Ετσι μια οικογένεια μπορεί να αγαπήσει και να βιώσει την παράδοση με τον τρόπο που θέλει.
Η παράδοση, όπως λέει η λέξη, είναι η παράδοση ενός υλικού που μοιάζει με κρίκο μιας αλυσίδας. Πρέπει να μοιάζει με αυτόν που προηγείται ή έπεται, αλλά την ίδια στιγμή είναι και διαφορετικός. Χρειάζεται δημιουργική έμπνευση, να πάρει δηλαδή κάτι ο μουσικός και με όμορφο και δυναμικό τρόπο να προχωρήσει. Αυτό είναι το ζητούμενο, χωρίς όμως ν’ αποκοπεί από τις ρίζες αυτής της παράδοσης. Πρώτα κάποιος βιώνει την παράδοση, τη μαθαίνει, την παίζει, τη χαίρεται και έπειτα, ανάλογα με το πνεύμα της εποχής του, προσθέτει στοιχεία που θα την εμπλουτίσουν. Αυτό συμβαίνει και από μουσικές που έρχονται από ξένες παραδόσεις. Ολα θα γίνουν μέσα στον σωστό χρόνο».






