Αυτά είναι μερικά μόνο από τα πολλά και διεγερτικά ερωτήματα που θέτει το νέο βιβλίο του Αντώνη Λιάκου. Ενα έργο ιστορικό, όχι από "κείνα που ξεσηκώνονται από το ράφι κάθε φορά που χρειαζόμαστε μια πληροφορία αλλά από "κείνα που διαβάζονται απνευστί, ως μυθιστορήματα. Αντικείμενο του βιβλίου αυτού είναι η σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο. Εξετάζοντας τον τρόπο που αρθρώνονται το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον σε κάθε εποχή, ο ιστορικός αναζητά τις μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης διά μέσου των αιώνων. Πώς, μέσα από τις αναμονές, τις εκπληρώσεις και τις διαψεύσεις, μεταμορφώθηκε ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε την Ιστορία;
«Αραγε ποία είναι η βασιλεία του Μωάμεθ και εις ποίαν αράδα ευρίσκεται μέσα εις την Θείαν Γραφήν;» αναρωτιόταν στα τέλη του 17ου αιώνα ο λόγιος κληρικός Αναστάσιος Γόρδιος, σίγουρος ότι η ιστορική πορεία είχε προδιαγραφεί στη Βίβλο. Ηθελε να καταλάβει σε ποιο σημείο της Ιστορίας βρισκόταν η εποχή του σε σχέση με την αναμενόμενη συντέλεια του κόσμου και πόσος καιρός υπολειπόταν μέχρι το τέλος της Ιστορίας. Για πολλούς αιώνες, πράγματι, οι άνθρωποι – στη χριστιανική Δύση τουλάχιστον – προσανατολίζονταν στον χρόνο με βάση τα βιβλικά κείμενα, ειδικά το Βιβλίο του Δανιήλ και την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Η ιστορική συνείδηση ήταν διαμορφωμένη ως εσχατολογία και η Ιστορία έμοιαζε με ένα προδιαγεγραμμένο σενάριο με αρχή (Δημιουργία) – μέση (Ανάσταση) – τέλος (Δευτέρα Παρουσία). Το παρόν δεν κρινόταν ως προέκταση και αποτέλεσμα του παρελθόντος αλλά σε σχέση με ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει, σε σχέση με τα μελλούμενα που ήταν ήδη καθορισμένα. Οι άνθρωποι «ανέμεναν» τον χρόνο να έλθει. Η Ιστορία δεν ξεχώριζε από την Προφητεία.
Διεκδίκηση
Παρά τα αλλεπάλληλα χαμένα ραντεβού με τις συντέλειες του κόσμου, η ανθρωπότητα δεν εγκατέλειψε την εσχατολογική σκέψη παρά μόνο αρκετά αργά, μέσα από μια μακρά μετάβαση που ξεκίνησε τον 15ο και ολοκληρώθηκε στα τέλη του 17ου αιώνα – «ο βιβλικός χρόνος αποδείχτηκε πολύ στενός κορσές για το πληθωρικό σώμα των νέων γνώσεων», γράφει ο Λιάκος. Στην ουσία, βέβαια, η αποκαλυπτική σκέψη δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ. Αρκεί να σκεφτούμε τη μεσσιανική αντίληψη με την οποία ντύθηκε η εθνική συνείδηση ή, ακόμη πιο κοντά στις μέρες μας, τον πολιτικό αποκαλυπτισμό του υιού Μπους στο στήσιμο του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία.
Το κυρίαρχο παράδειγμα πάντως άλλαξε. Και ο άνθρωπος πέρασε σε ένα νέο καθεστώς ιστορικότητας όπου ο χρόνος απο-ιερώθηκε, «ανοίχτηκε» και «άδειασε». Η Ιστορία, από δράμα σε τρείς πράξεις, έγινε μυθιστόρημα που γράφεται επ" άπειρον. Το παρελθόν ξεχώρισε και διαφοροποιήθηκε από το μέλλον και τα γεγονότα έχασαν την αναφορικότητα και την αμφισημία τους. Η εσχατολογία μετατράπηκε σε τελεολογία και η Ιστορία πέρασε από την «αναμονή» στη «διεκδίκηση». Και το συναίσθημα; Αυτό, μας λέει ο Λιάκος, εξορίστηκε από την Ιστορία και μετακόμισε στην Ουτοπία.
Δυστοπία
Στο έργο του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν «Εμείς» (1920), όπου περιγράφεται η παγκόσμια κοινωνία του 26ου αιώνα, οι άνθρωποι αντί ονομάτων έχουν αριθμούς, ζουν σε διάφανες κατοικίες και καλούνται να λειτουργούν όπως οι μηχανές. Τους εμποδίζει όμως να γίνουν ισάξιοι των μηχανών το γεγονός ότι διαθέτουν φαντασία. Γι" αυτό και το μονοκράτος στο οποίο κατοικούν αποφασίζει να προβεί σε μαζικές φαντασιεκτομές. Εκτοτε, οι άνθρωποι ζουν σε πλήρη μακαριότητα, δίχως να επιθυμούν ή να λυπούνται, πετυχαίνοντας παράλληλα τα μέγιστα επίπεδα εργασιακής αποδοτικότητας.
Το «Εμείς» είναι το πρώτο από τα μεγάλα δυστοπικά έργα του 20ού αιώνα. Γράφτηκε στην καρδιά των ουτοπικών πειραματισμών της Ρωσικής Επανάστασης και απηχούσε την απαισιοδοξία και τους φόβους που γεννούσαν οι έννοιες της νεωτερικότητας και της προόδου, της τεχνολόγησης του ανθρώπου και της μηχανοποίησης της κοινωνίας. Δεν αντανακλούσε όμως μόνο το τι συνέβαινε στο σοβιετικό περιβάλλον. Την ίδια εποχή στην Αμερική, οι Φρέντερικ Τέιλορ και Χένρι Φορντ ανέπτυσσαν τις θεωρίες τους περί τεχνοκρατικής διαχείρισης των ανθρώπινων κοινωνιών απαξιώνοντας κάθε είδος ιδεολογίας. Η «ορθολογική διαχείριση» καλούνταν να πάρει προτεραιότητα έναντι της πολιτικής και το παρόν έναντι του παρελθόντος («Η ιστορία είναι μπούρδες!» θα έλεγε εμφαντικά ο Φορντ το 1916). Λίγα χρόνια πριν, εξάλλου, ο γερμανός νομπελίστας χημικός Βίλχελμ Οστβαλντ, συνεπαρμένος από τις δυνατότητες που ανοίγονταν μέσα από τη συζήτηση για τη μετατροπή της ύλης σε ενέργεια, θα έφτανε στο σημείο να διατυπώσει τη συνταγή της ευτυχίας με αλγεβρικούς όρους (G= Ε2- W2).
Σε μια εποχή λοιπόν όπου όλα ήταν δυνατά, όταν τα μεγάλα οράματα αναδιοργάνωσης της κοινωνίας σε δικαιότερες και ηθικότερες βάσεις ήταν όχι μόνο ζωντανά, αλλά μεσούρανα, και όταν, ακόμη, οι πρόοδοι της επιστήμης και της τεχνολογίας υπόσχονταν να λειτουργήσουν ως πανάκεια για όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας, γεννήθηκε η δυστοπία. Η δυστοπία είναι μια προειδοποίηση για τους κινδύνους της ουτοπίας, μας λέει ο Λιάκος. Αν οι τελευταίοι δύο αιώνες δημιούργησαν την προσδοκία ενός ανοιχτού μέλλοντος όπου «τα πράγματα θα γίνονται όλο και καλύτερα», γέννησαν παράλληλα και τη σκιά αυτού του μέλλοντος, την αβεβαιότητα και τον φόβο. Σήμερα, στη μετα-ουτοπική πια εποχή, όπου πράγματα αδιανόητα όχι μόνο έχουν πραγματοποιηθεί, αλλά ανήκουν ήδη στην αρχαιολογία της φαντασίας, και αφού έχει καταρρεύσει τόσο το όραμα της κοινοκτημοσύνης όσο κι αυτό της κοινωνίας της αφθονίας και της κατανάλωσης, η αντιφατικότητα της πραγματοποίησης της προόδου βιώνεται, πράγματι, ως ουτοπία μαζί και δυστοπία.
Η Κωνσταντίνα Ζάνου είναι ιστορικός, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας