«Δεν είναι μια αρπαχτική συμμορία κερδοσκόπων λύκων, είναι μάλλον μια εξαιρετικά επικίνδυνη αγέλη χρηματοπιστωτικών προβάτων». Έτσι περιέγραφε το 1997 ο Ρaul Κrugman την οικονομική κουλτούρα των «μεγάλων μυαλών» της Γουόλ Στριτ. Σήμερα τα παραπάνω αποτελούν κοινό τόπο. Η εν εξελίξει κρίση έδειξε σε όλους την «ανοησία» (την οποία επίσης ο Κrugman περιγράφει εξαιρετικά) και τη συμπεριφορά κοπαδιού των διαχειριστών κεφαλαίου των χρηματοπιστωτικών οργανισμών. Έδειξε, επίσης, ότι όσο πιο καταστροφικά είναι τα αποτελέσματα αυτής της συμπεριφοράς τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες το κράτος να αναλάβει τους κινδύνους της επιχειρηματικότητας. Αντιθέτως, όσο λιγότερο καταστροφικά είναι τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες ο ατομικός επιχειρηματίας να πληρώσει ο ίδιος τα λάθη της δράσης του. Με απλά λόγια, ο μικρός επιχειρηματίας που απέτυχε επιχειρηματικά, που πούλησε όμως το σπίτι του και το οικόπεδο της γυναίκας του για να σώσει την επιχείρησή του, κινδυνεύει να πάει φυλακή διότι δεν πλήρωσε το ΙΚΑ των 10 υπαλλήλων του. Ο «μεγάλος» όμως, ο οποίος τζογάρισε 10 φορές το κεφάλαιό του και ξεπέρασε σε ρίσκο και ανοησία τις αλβανικές πυραμίδες των καθ΄ ημάς Βαλκανίων, θα «καλυφθεί» από το κράτος. Κοινώς, αν παίρνεις στον λαιμό σου πολλούς θα σωθείς, αν παίρνεις λίγους είσαι τελειωμένος. Στην κορύφωσή της, αυτή η λογική οδηγεί στην εγγύηση από το κράτος της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Το κράτος στην Ευρώπη εγγυάται το μεγαλύτερο ποσοστό των καταθέσεων στις ιδιωτικές τράπεζες. Έτσι, το ρίσκο γίνεται κρατικό (και χωρίς αντάλλαγμα για το κράτος), το δε κέρδος παραμένει ιδιωτικό. Αλήθεια, πώς δεν το είχαμε σκεφτεί νωρίτερα; Στην πραγματικότητα, τα πιο πάνω περιγράφουν κοινούς τόπους της οικονομικής και πολιτικής σκέψης (όχι της αριστερής ή της αντικαπιταλιστικής), τους οποίους η δεσπόζουσα ιδεολογική ατμόσφαιρα μας εμποδίζει να λάβουμε υπόψη. Αυτό το οποίο συμβαίνει στις φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι ότι το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο, λόγω της κυρίαρχης θέσης που κατέχει ως παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης, επιτελεί, όπως έχει γράψει ο Charles Lindbom στην κλασική του μελέτη για την πολιτική και τις αγορές, ένα είδος «δημόσιου λειτουργήματος»: εάν καταρρεύσει, κινδυνεύει η ίδια η χώρα. Έτσι, το κράτος εγγυάται σήμερα τη λειτουργία ενός οικονομικού συστήματος που δεν μπορεί πλέον να αυτορυθμιστεί- και στην ουσία επιβραβεύει, για να διασώσει ένα «ευρύτερο» δημόσιο συμφέρον, κερδοσκόπους, απατεώνες και ανίκανους.

Η σημερινή κρίση είναι το αποτέλεσμα της τρελής πορείας του καπιταλισμού. Η εφεύρεση νέων, πολύπλοκων χρηματοπιστωτικών προϊόντων (και νέων «νοσηρών μορφών

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΕΓΓΥΑΤΑΙ

σήμερα τη λειτουργία ενός οικονομικού συστήματος που δεν μπορεί πλέον να αυτορυθμιστεί- και στην ουσία επιβραβεύει κερδοσκόπους, απατεώνες και ανίκανους

κεφαλαίου»), τα οποία μόνο μια πολύ μικρή ομάδα στο εσωτερικό των επενδυτικών τραπεζών γνωρίζει να χειρίζεται, η υπερκατάχρηση της αγοράς και πώλησης «αέρα» (ο άκομψος όρος «υπερκατάχρηση» είναι ανεπαρκής και δεν μπορεί να περιγράψει το μέγεθος των εικονικών μεταβιβάσεων κεφαλαίου πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν τα τραπεζικά υπερκέρδη των προηγούμενων ετών), όπως και η πλήρης αδυναμία των ελεγκτικών μηχανισμών να επιτελέσουν τον ρόλο τους, εξηγούν την ένταση της κρίσης. Όλα αυτά, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με το προτεσταντικό πνεύμα του ιστορικού καπιταλισμού, στηρίχτηκαν στην ιδεολογία της αυτορύθμισης και στην αρχή ότι ο μόνος επιτρεπτός ρόλος για το κράτος είναι αυτός που διευκολύνει τη λειτουργία των αγορών (και οργανώνει τη δημιουργία νέων). Φυσικά, σήμερα, οι ίδιοι που συνήθιζαν να καταγγέλλουν τον παρεμβατικό ρόλο του κράτους ασκούν κριτική διότι τα δισεκατομμύρια δολάρια που το κράτος διαθέτει για την αντιμετώπιση της κρίσης δεν είναι αρκετά! Και, παράλληλα, οι ίδιοι που συνέβαλαν καθοριστικά στην έκταση της κρίσης ζητούν από το κράτος, αφού φυσικά βάλει τα λεφτά, να ασχοληθεί με τα του οίκου του και να μην αναμειγνύεται στις αγορές.

Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει, ως αυτορυθμιζόμενο σύστημα, καταρρεύσει. Λειτουργεί διότι το κράτος επεμβαίνει και εγγυάται τη λειτουργία του. Το στερεότυπο που θέλει οι τράπεζες (και η τραπεζική) να συνδέονται με την εικόνα μεγάλων σεβάσμιων ιδρυμάτων συντηρητικού τύπου, που στηρίζονται περισσότερο στην οικονομική ανάλυση και λιγότερο στη μικρή ή μεγάλη κερδοσκοπία, έχει και αυτό καταρρεύσει. Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς πόσο πολύ ολόκληρες δραστηριότητες τραπεζικών κολοσσών είχαν αφεθεί στη διακριτική ευχέρεια μικρών, τυχάρπαστων ομάδων νέων (συνήθως) διαχειριστών με ελάχιστη γνώση βασικών κανόνων της οικονομικής επιστήμης. Είναι δύσκολο, επίσης, να αποδεχτεί κάποιος (με την έννοια του να κατανοήσει, του να αποδεχτεί πνευματικά) ότι οι μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη έχουν παγιδευτεί σήμερα στη δράση αυτών των μικρών ομάδων. Είναι, ευτυχώς, ευκολότερο να κατανοήσει ότι οι ανεξέλεγκτες αγορές παράγουν ανεξέλεγκτα αποτελέσματα.

Αποτελεί η σημερινή κρίση το τέλος ενός ιδεολογικού κύκλου και την έναρξη ενός νέου; Ουδείς γνωρίζει το μέλλον, αλλά ιστορικά η μεγάλη κρίση εμπιστοσύνης είναι πάντοτε η αφετηρία ενός νέου ιδεολογικού κύκλου. Η διαμόρφωση μιας νέας ισορροπίας ανάμεσα στις αγορές και τη δημόσια ρύθμιση είναι ένα από τα ενδεχόμενα. Ωστόσο, επίσης ιστορικά, η αλλαγή παραδείγματος δεν ακολουθεί τη προδιαγεγραμμένη κίνηση του εκκρεμούς. Και σε κάθε περίπτωση, το κράτος δεν θα αναλάβει έναν πιο ισχυρό ελεγκτικό και διευθυντικό ρόλο αν δεν επιλύσει ταυτόχρονα και το πρόβλημα της δικής του αμφίβολης αποτελεσματικότητας. Ο Γεράσιμος Μοσχονάς είναι επίκουρος καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από